Γράφει ο Πάνος Λουκάκος
Το 2025 έκλεισε αφήνοντας πίσω του πολλά ανοιχτά προβλήματα, το αγροτικό ζήτημα και το βαθύ έλλειμμα πολιτικής στον πρωτογενή τομέα, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, τη δίκη των Τεμπών, τη ραγδαία επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, την ακρίβεια και την ασύδωτη λειτουργία των καρτέλ στα σούπερ μάρκετ, την ενέργεια, το τραπεζικό σύστημα
Το 2026 έρχεται κληρονομώντας αυτά τα προβλήματα και προσθέτοντας νέα δικά του, με κυριότερο από αυτά τον διαφαινόμενο κατακερματισμό του κομματικού συστήματος, την ενίσχυση του αντισυστημισμού, αλλά και της αποχής μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος από τις κάλπες, την ενίσχυση του χώρου της Ακροδεξιάς και την άγνωστη έκβαση τριών εν εξελίξει πιθανών πολιτικών εγχειρημάτων, αυτών του Αντώνη Σαμαρά, του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού.
Στην πραγματικότητα, λοιπόν, ουδείς μπορεί να προβλέψει με ασφάλεια ποιες θα είναι οι εξελίξεις της νέας αυτής χρονιάς και τι πρόκειται να ξημερώσει. Πολλώ δε μάλλον που οι διενεργούμενες δημοσκοπήσεις δεν παρέχουν πραγματική εικόνα για τις τάσεις του εκλογικού σώματος, καθώς επιμόνως καταμετρούν κόμματα αγνώστου προσανατολισμού και συνθέσεως που δεν υπάρχουν και φερόμενους ως πολιτικούς αρχηγούς που, όμως, δεν έχουν ανακοινώσει οριστικές αποφάσεις.
Δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό το φαινόμενο της αδυναμίας προβλέψεων. Ολο και περισσότερο ο κόσμος γύρω μας βυθίζεται σε μια πρωτοφανή για τα μεταπολεμικά δεδομένα κρίση. Από την Αμερική έως την Ευρώπη εξελίσσονται φαινόμενα που δεν έχουν προηγούμενο στα μεταπολεμικά χρόνια. Τμήματα λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων μετατοπίζονται παντού προς τα δεξιά ή τα αριστερά άκρα του πολιτικού φάσματος, ως αποτέλεσμα της απογοήτευσης από την καθημερινότητά τους και της ματαίωσης των προσδοκιών τους για μια καλύτερη ζωή, όπως είχαν μάθει ως τώρα να ελπίζουν.
Το ρολόι, λοιπόν, γυρνάει ανάποδα όχι μόνο στην Ελλάδα.
Ανάμεσα στα κύρια συναισθήματα που γεννά η σημερινή καθημερινότητα στους Ελληνες πολίτες περιλαμβάνονται ο θυμός, η οργή, η απογοήτευση, η ανασφάλεια, ο αποπροσανατολισμός, η επιθετικότητα, το μίσος, ενισχύοντας έτσι τον ανορθολογισμό, τη ροπή προς τις θεωρίες συνομωσίας, την ξενοφοβία, τον ρατσισμό και πολλά άλλα συναφή που καθιστούν ορισμένα τμήματα του κοινωνικού συνόλου έναν ευάλωτο, απρόβλεπτο πολτό, έτοιμο να ακολουθήσει τον πρώτο τυχόντα. Και τούτο είτε για να εκδικηθεί είτε και για να περιγελάσει το υπάρχον σύστημα, είτε έστω για να ελπίσει -αυταπατόμενο- σε κάποιο είδος σωτηρίας, το οποίο βεβαίως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα.
Οι γνωστοί και από το παρελθόν τυχάρπαστοι της άκρας Δεξιάς και της άκρας Αριστεράς επανεμφανίζονται, μαζί με τους νεότερους επιγόνους τους, ως νέοι πωλητές ελπίδων, ως νέοι αλιείς σε θολά νερά της ελληνικής κοινωνίας, υποσχόμενοι τη σωτηρία του τόπου. Με αφελή επιχειρήματα και απλοϊκά συνομωσιολογικά συνθήματα καταγγέλλουν τους «άλλους» και γενικά τους «αποπάνω» που καταδυναστεύουν τους «αποκάτω», μακριά από διαχωρισμούς τύπου Δεξιά – Αριστερά, αλλά με επίκληση της συμμαχίας των «Καλών» εναντίον των «Κακών», με τη σύμπηξη του μετώπου των «πατριωτών» εναντίον των «εθνοπροδοτών», των «εντίμων» έναντι των «διεφθαρμένων».
Συμπίπτουν όλοι αυτοί και όλα αυτά σε έναν κοινό παρονομαστή: τον ανερμάτιστο πολιτικό λόγο, τον ανορθολογισμό, την απλουστευτική επιχειρηματολογία, την καταγγελτική ρητορεία και την εθνικολαϊκιστική αντίληψη. Και συναντά κανείς, καθόλου τυχαία, σε πολλά σημεία αυτού του κοινού παρονομαστή θέσεις της εντός της Νέα Δημοκρατίας εθνολαϊκιστικής Δεξιάς, της εθνολαϊκιστικής αριστερής πτέρυγας του πρώην ΣΥΡΙΖΑ, της Ακροδεξιάς, ακόμη και της Χρυσής Αυγής, που καταλήγουν με κοινό περιτύλιγμα στον κοινό στόχο της ανατροπής του «καθεστώτος Μητσοτάκη». Οι πάσης φύσεως τυφλές επιθέσεις κατά θεσμών και προσώπων έχουν πάψει να είναι τυχαία συγκυριακά γεγονότα και έγιναν κυρίαρχες αντιλήψεις τόσο στο δεξιό όσο και στο αριστερό άκρο του πολιτικού φάσματος. Ετσι, με την καθοδήγηση ενός πολιτικού και δημοσιογραφικού υπόκοσμου, έχει αφεθεί μεγάλο ελεύθερο πεδίο σε θεωρίες συνομωσίας, ιδεοληψίες, λαϊκισμούς, τραμπουκισμούς, τυχοδιωκτισμούς, παραληρήματα, ανορθολογισμούς. Ολα αυτά που είχαν μαζί συνθέσει σε μεγάλο βαθμό το κοινωνικοπολιτικό χάος της προηγούμενης δεκαετίας.
Μέσα από αυτή την έντονη παρουσία άλογων δυνάμεων αναδύονται και αναδεικνύονται κουτοπόνηρες, τυχάρπαστες ασημαντότητες, επιτήδειοι τυχοδιώκτες, γυρολόγοι της πολιτικής, άνθρωποι που γνωρίζουν να αξιοποιούν προς όφελός τους κάθε αναμπουμπούλα, που ξέρουν να εκμεταλλεύονται όσα περίεργα μπορεί να συμβαίνουν σε περίεργες καταστάσεις, αλλά και απλώς γραφικοί ηλίθιοι. Και επειδή το κεντρικό ερώτημα κάθε εκλογικής αναμέτρησης δεν είναι να μετρηθούμε ποιοι και πόσοι είμαστε, αλλά ποιος και πώς θα κυβερνήσει την επόμενη μέρα, γίνεται σαφές ότι διατρέχουμε τον κίνδυνο να βρεθούμε πάλι στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα και το συνακόλουθο χάος. Τούτο δε σε μια ώρα που ούτε η κυβερνητική παράταξη ούτε η αντιπολίτευση δείχνουν ικανές να διαμορφώσουν ένα αξιόπιστο και πειστικό πολιτικό πρόγραμμα που θα συναντούσε ευρύτερη απήχηση στο εκλογικό σώμα. Διότι ούτε το «Μητσοτάκης ή χάος» της Νέας Δημοκρατίας ούτε το «να φύγει τώρα το καθεστώς Μητσοτάκη» όλων των κομμάτων της αριστερής ή δεξιάς αντιπολίτευσης αποτελούν επαρκείς λόγους για να επιδράσουν αποτελεσματικά στο εκλογικό σώμα, καθώς απουσιάζουν και από τα δύο το θετικό πρόσημο, η ελπίδα, το όραμα, τα οποία δίνουν συνήθως τις εκλογικές νίκες. Και όταν απουσιάζουν αυτά, μόνες κερδισμένες αποδεικνύονται οι πάσης προελεύσεως δυνάμεις του αντισυστημισμού, της αποχής και του ανορθολογισμού.
Πηγή: protothema.gr
