Γράφει ο Αλέξανδρος Κασιμάτης
Από τον Απρίλιο αναμένεται έντονη πίεση στις τιμές ακτοπλοϊκών εισιτηρίων, με τους επιβάτες να κινδυνεύουν να επωμιστούν αυξήσεις, αν δεν υπάρξει νέα κρατική παρέμβαση
Το θέμα δεν απασχολεί την τρέχουσα περίοδο λόγω εποχικότητας, αλλά από τον προσεχή Απρίλιο θα αρχίσει να έρχεται στην επικαιρότητα. O λόγος για τις τιμές των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων. Ο διεθνής θεσμικός φορέας της ακτοπλοΐας, η Interferry, με επιστολή προς τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζήτησε την άμεση αναστολή της περαιτέρω επέκτασης του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών. Σύμφωνα με την Interferry το EU ETS προβλέπει υπέρμετρες ρυθμιστικές επιβαρύνσεις που προκαλούν σοβαρή στρέβλωση του ανταγωνισμού. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η Interferry, το EU ETS επιβαρύνει τις ενδοενωσιακές ακτοπλοϊκές μεταφορές με περίπου 1 δισ. ευρώ ετησίως. Το κόστος αυτό περιορίζει την οικονομική δυνατότητα των εταιρειών να επενδύσουν σε καθαρότερες τεχνολογίες και, σε χώρες με έντονη νησιωτικότητα όπως η Ελλάδα, επιβαρύνει άμεσα το μεταφορικό κόστος επιβατών και εμπορευμάτων.
Αυτά συμβαίνουν σε θεσμικό επίπεδο. Το τι σημασία έχουν τα παραπάνω σε πρακτικό επίπεδο το καταλαβαίνουμε όλοι και πολύ καλύτερα θα το καταλάβει φέτος η τσέπη μας. Τον περσινό Απρίλιο δεν επιβλήθηκαν μεγάλες αυξήσεις (γιατί κάθε χρόνο τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια είναι και πιο ακριβά) επειδή με τροπολογία που κατατέθηκε στη Βουλή από το υπουργείο Οικονομικών μειώθηκε κατά 50% από την 1η Μαΐου 2025 και για έναν χρόνο το ειδικό ανταποδοτικό τέλος χρήσεως λιμένα για τους επιβάτες των επιβατηγών, επιβατηγών-οχηματαγωγών. Ήταν μια συμφωνία του υπουργείου Ναυτιλίας με τους ακτοοπλόους να μειωθούν τα λιμενικά τέλη (που προορίζονται για έργα κοινής ωφέλειας στα λιμάνια) ώστε να μην αυξηθούν οι τιμές τα εισιτήρια.
Το συγκεκριμένο μέτρο έφερε αποτελέσματα, υπό την έννοια ότι συγκράτησε πέρυσι τις βαριές αυξήσεις, αλλά σε τρεις μήνες θα το βρούμε μπροστά μας και αυτή τη φορά οι αυξήσεις – με την επίκληση του EU ETS και της περυσινής “παραχώρησης” των ακτοπλόων – θα είναι σοβαρές. Χρειάζεται από την πλευρά του υπουργείου Ναυτιλίας μια πιο σοβαρή αντιμετώπιση για το συγκεκριμένο ζήτημα. Σύμφωνα με την Επιτροπή Ανταγωνισμού και την ενδιάμεση έκθεσή της “δραστηριοποιούνται περί τα 299 πλοία (247 συμβατικά και 52 ταχύπλοα) και 216 εταιρείες. Παρά τον μεγάλο αριθμό εταιρειών, η αγορά εμφανίζει συγκέντρωση: Attica Group και Seajets κατέχουν από κοινού περίπου το 60% της χωρητικότητας επιβατών”. Επίσης κατά την Επιτροπή Ανταγωνισμού, “η εποπτική διακυβέρνηση έχει υποστεί επανειλημμένες αναδιαρθρώσεις (καταργήσεις/μετασχηματισμούς φορέων όπως ΡΑΘΕ, ΔΑΛ, ΡΑΛ), γεγονός που δεν βοηθά στη σταθερότητα, την αποφυγή επικαλύψεων και τη συνοχή του ρυθμιστικού πλαισίου· η κωδικοποίηση του Ν. 4948/2022 επιχειρεί μερική τάξη, αλλά ο κατακερματισμός αρμοδιοτήτων δυσχεραίνει την εφαρμογή. Η σύνθεση/λειτουργία του ΣΑΣ επίσης εγείρουν ζητήματα διαφάνειας και σύγκρουσης συμφερόντων. Προκρίνεται η ύπαρξη ενιαίου ρυθμιστικού–εποπτικού οργάνου που θα διασφαλίζει εύρυθμη αγορά, τήρηση πλαισίου και στρατηγικό σχεδιασμό”.
Κοινώς, υπάρχουν δυο εταιρείες που καλύπτουν το 60% της ακτοπλοϊκής κίνησης, ενώ η εποπτεία έχει αναδιαρθρωθεί τόσες φορές που ουσιαστικά δεν υφίσταται. Οπότε προχωράμε προς τον Απρίλιο και ελπίζουμε ως τότε το υπουργείο Ναυτιλίας να έχει και φέτος ένα άλλο, “πασοκικών” προδιαγραφών, μέτρο ώστε να τη γλιτώσουμε και φέτος.
Πηγή: protothema.gr
