Γράφει η Βίβιαν Ευθυμιοπούλου
Για το θέμα έχω επιχειρηματολογήσει από τον Οκτώβριο. Σε μια Νέα Δημοκρατία του 30% ο κ.Άδωνις Γεωργιάδης δεν έχει την παραμικρή ελπίδα να εκλεγεί πρόεδρος. Σε μια Νέα Δημοκρατία του 16% ή έστω του 18% τα πράγματα αλλάζουν.
Προς όσους σπεύσουν να σαρκάσουν ότι με ένα τέτοιο ποσοστό το brand Νέα Δημοκρατία θα απαξιωθεί οπότε δεν θα έχει και σημασία ποιος θα είναι ο πρόεδρός της, θα θυμίσω ότι μιλάμε για το μοναδικό αστικό κόμμα που βγήκε αλώβητο από την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας που ήταν πρωτίστως πολιτική και δευτερευόντως οικονομική. Η Νέα Δημοκρατία έχει βαθιές ρίζες στην ελληνική κοινωνία.
Οπότε ο Άδωνις Γεωργιάδης δρα συστηματικά, βάσει σχεδίου, από την πρώτη στιγμή που ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξελέγη πρόεδρος. Δεν υπάρχει κάτι δυσερμήνευτο στο ότι τον βλέπουμε κάθε δεύτερη μέρα να ανεβάζει κι από μία επιθεώρηση στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας. Μάλιστα, απορώ με την…απορία ορισμένων.
Η ουσιώδης ερώτηση είναι άλλη: γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης τον ανέχεται.
Για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι τον υποτιμά και τον βλέπει αφ υψηλού και η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν μπορεί να τον επικρίνει γι αυτό. Επίσης, ξέρει πολύ καλά ότι αν και οι οπαδοί της παράταξης αγαπούν τον Γεωργιάδη και εκτιμούν τους αντισύριζα «αγώνες» του, άσχετα αν αυτοί δόθηκαν από το…τουίτερ και τα τηλεοπτικά πάνελ (πρόκειται για παρωδία πολιτικών αγώνων, δηλαδή), δεν τον αναγνωρίζουν ως κατάλληλο για ηγέτη, πόσο μάλλον για πρωθυπουργό της χώρας.
Μου το έχει περιγράψει πολύ ωραία ένας ευφυής φίλος, συντηρητικός και παραδοσιακός νεοδημοκράτης που δεν έχει και σε ιδιαίτερη εκτίμηση του κεντρώους: «Ο Άδωνις είναι σαν τις ηθοποιούς που διακρίθηκαν ως πρωταγωνίστριες ταινιών πορνό. Ακόμα κι αν εξελιχθούν στις καλύτερες σαιξπηρικές ηθοποιούς, όλος ο κόσμος τα πρώτα βήματα της καριέρας τους θα θυμάται». Έτσι ακριβώς.
Ο δεύτερος λόγος που ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέχεται όλα αυτά τα καμώματα είναι γιατί τελικά, ο ίδιος και οι στενοί του συνεργατες αδυνατούν να λειτουργήσουν σε συνθήκες ομαλότητας.
Αντικειμενικά, η κυβέρνηση αυτή λειτουργεί καλύτερα όταν είναι αναγκασμένη να διαχειριστεί κάποια κρίση. Άπαξ λοιπόν και οι σοβαρές κρίσεις μας τελείωσαν, πρέπει να τις κατασκευάζουν μόνοι τους για να συνεχίσουν να πείθουν ως εναλλακτική.
Η μπαχαλοποίηση που παρατηρούμε όλοι στη δημόσια σφαίρα δηλαδή οι συγκρούσεις με τα κοινοβουλευτικά παρατράγουδα της αντιπολίτευσης που δεν καταδέχομαι καν να κατονομάσω, η ανάθεση της προεδρίας των εξεταστικών επιτροπών της Βουλής σε κάτι απίθανους, γραφικούς βουλευτές της ΝΔ με την εντολή να τις απαξιώσουν, οι διαρκείς επιθέσεις στο ΠΑΣΟΚ μαζί και με την κατάσταση που επικρατεί στη συντριπτική πλειοψηφία των Μίντια λειτουργεί υπέρ του Κυριάκου Μητσοτάκη. Μέσα στο «μπάχαλο» αναδεικνύεται ο καλύτερος. Όταν τα πράγματα είναι ήρεμα, όμως τότε φαίνεται όλη η ανεπάρκεια στην διακυβέρνηση.
Έτσι έχουν τα πράγματα και μάλιστα είναι και αρκετά ευανάγνωστα. Περί στρατηγικής πρόκειται.
Τώρα «αν ενοχλούνται κάποιοι κεντρώοι πρόβλημά τους», σκέφτονται στο Μαξίμου ενώ είναι πεπεισμένοι (και όχι εντελώς αβάσιμα) ότι στο τέλος αυτός ο κόσμος θα επανακάμψει ή αν αυτό δεν συμβεί, θα μείνει μακριά από τις κάλπες των εθνικών εκλογών. Η Νέα Δημοκρατία πολιτεύεται για να φέρει στις κάλπες τους δικούς της έχοντας λόγους να πιστεύει ότι ένα κομμάτι των ψηφοφόρων της το 2019 και το 2023 θα απέχει επειδή δεν υπάρχει εναλλακτική κι αυτό βάσει του εκλογικού συστήματος τη συμφέρει.
Κυνισμός; Σίγουρα. Όμως αυτή είναι η πολιτική. Να μην ξεχνάμε όμως ότι στην πολιτική κερδίζει όποιος μαζέψει τις περισσότερες ψήφους. Αυτό, το τελευταίο, λέγεται Δημοκρατία για την ποιότητα της οποίας, στο τέλος της ημέρας, είμαστε όλοι, μέχρι και τον τελευταίο από εμάς, υπεύθυνοι. Ειδικά όταν «τσιμπάμε» και λειτουργούμε ως διευκολυντές, κοινώς ως χρήσιμοι ηλίθιοι, της στρατηγικής της μπαχαλοποίησης. Να το σκεφτούμε.
Πηγή: news247.gr
