Τα συμπεράσματα από έναν ανόητο πόλεμο

Γράφει ο Μπάμπης Κούτρας

Ο πόλεμος στο Ιράν εξελίσσεται σε υπόδειγμα στρατηγικού αδιεξόδου

Ξεκίνησε με μεγάλες διακηρύξεις, συνεχίστηκε με αντικρουόμενους στόχους και σήμερα αναζητείται τρόπος να τελειώσει χωρίς κανείς να μπορεί να εξηγήσει πειστικά τι ακριβώς πέτυχε. Ο Τραμπ παρουσίασε την επιχείρηση ως αναγκαία παρέμβαση για την ασφάλεια της Δύσης, για την ανάσχεση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, για την αποδυνάμωση της Τεχεράνης και, εμμέσως, για την αναδιάταξη των ισορροπιών απέναντι στην Κίνα. Τα αποτελέσματα είναι μάλλον αμείλικτα.

Πρώτον, το ιρανικό καθεστώς δεν κατέρρευσε. Αντιθέτως, όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, η εξωτερική επίθεση προσέφερε στην Τεχεράνη το παλαιότερο και αποτελεσματικότερο εργαλείο κάθε αυταρχικής εξουσίας, δηλαδή τη συσπείρωση γύρω από την εθνική απειλή. Οι ΗΠΑ υπολόγισαν ότι η πίεση θα γεννούσε πολιτική αποσύνθεση. Στην πράξη, όμως, έδωσαν στο καθεστώς τη δυνατότητα να εμφανιστεί όχι ως πρόβλημα, αλλά ως ασπίδα απέναντι στον ξένο επιτιθέμενο. Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ουάσινγκτον μπερδεύει τη δυσαρέσκεια μιας κοινωνίας με την προθυμία της να αποδεχθεί βομβαρδισμούς ως μέθοδο πολιτικής αλλαγής.

Δεύτερον, ούτε ο πυρηνικός στόχος έχει επιτευχθεί με τρόπο που να μπορεί να παρουσιαστεί ως καθαρή επιτυχία. Σύμφωνα με πρόσφατες αναφορές, οι αμερικανικές εκτιμήσεις για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητες μετά από δύο μήνες πολέμου. Εγιναν πλήγματα, υπήρξαν καταστροφές, αλλά δεν υπάρχει πειστική απόδειξη ότι εξουδετερώθηκε η πυρηνική δυνατότητα ή η τεχνογνωσία του Ιράν. Και η πυρηνική τεχνογνωσία, δυστυχώς για τους εμπνευστές των «χειρουργικών» πολέμων, δεν βομβαρδίζεται τόσο εύκολα όσο ένα κτίριο.

Τρίτον, αν ο πραγματικός στρατηγικός στόχος ήταν να πληγεί η Κίνα μέσω της αποσταθεροποίησης των ενεργειακών διαδρομών, τότε το αποτέλεσμα μοιάζει σχεδόν ειρωνικό. Η Κίνα όχι μόνο δεν απομονώθηκε, αλλά εμφανίζεται πλέον ως αναγκαίος συνομιλητής για την εκτόνωση της κρίσης. Ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών ζήτησε συνολική κατάπαυση του πυρός μετά τη συνάντησή του με τον Ιρανό ομόλογό του στο Πεκίνο, ενώ η ίδια η διεθνής συζήτηση μετατοπίζεται προς την ανάγκη κινεζικής συμβολής για λύση. Δηλαδή, η υπερδύναμη που ήθελε να περιορίσει την Κίνα καταλήγει να χρειάζεται την Κίνα για να ξεμπλοκάρει το αδιέξοδο και το θέμα θα συζητηθεί κατά την επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο μέσα στην εβδομάδα.

Τέταρτον, ο πόλεμος δημιούργησε τεράστιο ενεργειακό κόστος. Τα Στενά του Ορμούζ, απ’ όπου περνά περίπου το 1/5 του παγκόσμιου πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου, μετατράπηκαν σε γεωπολιτικό βραχνά. Οι διαταραχές στις μεταφορές ενέργειας εκτίναξαν το κόστος καυσίμων, πίεσαν τις αλυσίδες εφοδιασμού και έπληξαν ιδιαίτερα την Ευρώπη αλλά και τις ΗΠΑ. Το κόστος καυσίμων σχεδόν διπλασιάστηκε, με πρόσθετη επιβάρυνση εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων μηνιαίως, ενώ αναλυτές της αγοράς ενέργειας προειδοποιούν ότι ακόμη και μια ειρηνευτική συμφωνία δεν θα επαναφέρει γρήγορα την ομαλότητα, καθώς τα αποθέματα έχουν ήδη υποχωρήσει σημαντικά.

Πέμπτον, ο πόλεμος ενίσχυσε εκείνους που υποτίθεται ότι οι ΗΠΑ ήθελαν να περιορίσουν και έπληξε τους συμμάχους τους. Η Ρωσία, ως μεγάλη εξαγωγική δύναμη ενέργειας, ωφελείται από τις υψηλές τιμές και τη διεθνή αβεβαιότητα. Οι Αραβες σύμμαχοι των ΗΠΑ πληρώνουν τους πυραύλους του Ιράν και το κόστος της ανασφάλειας στον Κόλπο. Η Ευρώπη, για ακόμη μία φορά, βρίσκεται να υφίσταται ενεργειακές και πληθωριστικές πιέσεις από αποφάσεις στις οποίες έχει περιορισμένη επιρροή. Το ΔΝΤ έχει ήδη προειδοποιήσει ότι η ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει εκτεθειμένη σε εξωτερικά σοκ που συνδέονται με την κρίση στο Ιράν και το Ορμούζ. Αυτό δεν είναι απλώς στρατιωτικό πρόβλημα, είναι οικονομική μεταφορά κόστους από την Ουάσινγκτον προς τους συμμάχους της.

Εκτον, η ίδια η εικόνα του Τραμπ πλήττεται από τις παλινωδίες. Τη μία μέρα δηλώνει ότι το Ιράν θέλει συμφωνία και ότι η κατάσταση κινείται ομαλά, την άλλη απειλεί με νέα κύματα βομβαρδισμών. Η πολιτική αυτή μπορεί να λειτουργεί ως τηλεοπτικό θέαμα, αλλά δεν παράγει εμπιστοσύνη. Οι αγορές κινούνται με βάση δηλώσεις, φήμες και απειλές. Οι αντίπαλοι διαβάζουν την ασυνέπεια ως αδυναμία. Και η παγκόσμια οικονομία καλείται να τιμολογήσει όχι μόνο το πετρέλαιο, αλλά και την ψυχολογία ενός προέδρου που μοιάζει να διαπραγματεύεται ταυτόχρονα με το Ιράν, με την Κίνα, με τις αγορές και με το δικό του ακροατήριο.

Τελικά πρόκειται για έναν πόλεμο που δημιούργησε περισσότερα προβλήματα απ’ όσα έλυσε. Δεν έριξε το καθεστώς. Δεν απέδειξε ότι εξουδετέρωσε το πυρηνικό πρόγραμμα. Δεν αποδυνάμωσε αποφασιστικά την Κίνα. Δεν ενίσχυσε τη συνοχή της Δύσης. Δεν προστάτευσε την παγκόσμια οικονομία. Αντιθέτως, αύξησε το ενεργειακό κόστος, βάθυνε τις διατλαντικές τριβές, πρόσφερε οικονομικές ανάσες στη Ρωσία, επιβάρυνε τους συμμάχους των ΗΠΑ και έδωσε στους κερδοσκόπους των αγορών ακόμη μία ευκαιρία να πλουτίσουν πάνω στη μεταβλητότητα.

Πηγή: protothema.gr

Back to top button
Our site uses cookies to improve your browsing experience and provide you with personalized content. By continuing to use our site, you agree to our cookie policy.