Γράφει ο Βασίλης Στεφανακίδης
Υπάρχει μια πικρή αλήθεια που δεν θέλουμε να παραδεχθούμε, αλλά δυστυχώς αποτελεί μια σκληρή πραγματικότητα
Οσοι δεν επενδύουν στο μέλλον με μόρφωση, δεξιότητες, παραγωγικότητα, εργατικότητα, προσαρμογή στα νέα δεδομένα που ανοίγονται με τις νέες τεχνολογίες και κυρίως ρεαλιστικό όραμα για το αύριο, είτε είναι άνθρωποι είτε επιχειρήσεις, είναι καταδικασμένοι να τους εξαφανίσει… το μέλλον!
Οι τεχνολογικές εξελίξεις με τη συνδρομή της Τεχνητής Νοημοσύνης τρέχουν με ασύλληπτους ρυθμούς και εφεξής κάθε χρονιά θα ισοδυναμεί με 30 χρόνια της αναλογικής εποχής, όπως διατείνονται οι γκουρού των νέων τεχνολογιών.
Δεν ξέρω αν αυτά τα νέα δεδομένα έχουν γίνει αντιληπτά, κυρίως από τις νέες γενιές αλλά και τους πολιτικούς μας ταγούς, αν υπάρχει προετοιμασία όχι μόνο για την απορρόφηση και ένταξη των νέων τεχνολογιών στην καθημερινή εργασιακή και παραγωγική διαδικασία, αλλά και για τη συμμετοχή στην εγχώρια ανάπτυξη των νέων εργαλείων που αλλάζουν όλο τον κόσμο όπως τον ξέραμε μέχρι τώρα. Αν κρίνω όμως με βάση το τι μας απασχολεί στον δημόσιο λόγο και με ποια θέματα καταπιάνεται ο πολιτικός διάλογος, τότε μάλλον οι περισσότεροι δεν έχουμε καταλάβει τι έρχεται στα επόμενα 5-10 χρόνια.
Η κοινωνία μας, πέραν των πολλών άλλων διαχωρισμών, πρέπει να ομολογήσουμε ότι χονδρικά χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες – προφανώς με επιμέρους διαφοροποιήσεις.
Η πρώτη αφορά αυτούς που μετέχουν ενεργά στην παραγωγική διαδικασία με ισχυρά εφόδια δεξιοτήτων, μόρφωσης και διαρκούς μετεκπαίδευσης και προσαρμογής στις νέες απαιτήσεις της εποχής. Ανθρωποι ρεαλιστές με στόχους και πίστη στις δυνατότητές τους που δεν περιμένουν την επιδοματική πολιτική των κυβερνήσεων, ούτε τις διεκδικήσεις συνδικαλιστικών οργάνων.
Περιουσία τους οι γνώσεις και τα ταλέντα τους και με αυτά διαπραγματεύονται με τον καλύτερο τρόπο στη σύγχρονη αγορά εργασίας σε όλους τους τομείς. Ανθρωποι που δεν περιμένουν βοήθεια από κανένα άλλον, πλην του ίδιου του εαυτού τους, από τον οποίο εξαρτούν την ευημερία τη δική τους και της οικογένειάς τους.
Η δεύτερη κατηγορία είναι αυτή που χονδρικά ζει στο παρελθόν και ονειρεύεται την επαναφορά του στο σήμερα. Κάτι σαν το μότο «ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια…».
Τότε που το ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα κατέβαζε διακόπτες και μολύβια στο Δημόσιο και πετύχαινε τις αυξήσεις μισθών που επιθυμούσε από τις φοβικές κυβερνήσεις απέναντι στον «λαϊκό ξεσηκωμό» και μοιράζονταν επιδόματα ακόμα και για την έγκαιρη προσέλευση στην εργασία!
Τότε που ένα εκατομμύριο πολίτες έβγαιναν στους δρόμους για να αποτρέψουν τις αναγκαίες αλλαγές στα ασφαλιστικά ταμεία που κατέρρεαν καθώς πλήρωναν περισσότερα από όσα εισέπρατταν για δεκαετίες.
Κανείς βέβαια, ούτε και σήμερα, δεν τολμά να παραδεχθεί πως εκείνη τη φοβική υπαναχώρηση στο νομοσχέδιο Γιαννίτση την πληρώσαμε όλοι πολύ σκληρά λίγα χρόνια αργότερα με τη χρεοκοπία και συνεχίζουμε να την πληρώνουμε ακόμα.
ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια λοιπόν, τότε που κάθε κατακαημένος έβρισκε καταφύγιο στο Δημόσιο και τους οργανισμούς-επιχειρήσεις του Δημοσίου, τις περισσότερες φορές χωρίς ιδιαίτερα προσόντα πλην από τα ένσημα στις αφισοκολλήσεις. Αγνωστες έννοιες, η αξιοκρατία, η ισονομία, οι ίσες ευκαιρίες σε εκείνα τα ωραία χρόνια της αφθονίας. Ποιος λογάριαζε τότε και όχι μόνο επί ημερών ΠΑΣΟΚ, αλλά και της Νέας Δημοκρατίας εκείνης της εποχής, τη δημοσιονομική ευταξία; Οι αγορές μάς δάνειζαν αβέρτα για να καλύπτονται οι ανάγκες παροχών προς τους πολίτες, οι τράπεζες με τη σειρά τους σε τραβούσαν από το μανίκι να σου δώσουν δάνεια ακόμα και για διακοπές στους πιο hot και luxury προορισμούς. Ωραία χρόνια!
Από την ανώμαλη προσγείωση ή μάλλον το κατακρήμνισμα του 2010, όμως, φαίνεται πως δεν διδαχθήκαμε όλοι τα ίδια πράγματα.
Κάποιοι -και δυστυχώς πολλοί- θεωρούν πως και εν έτει 2026 πρέπει να διεκδικούν και να προσδοκούν εκείνα τα κόλπα και ότι οι αλχημείες των τότε κυβερνήσεων πρέπει να εφαρμοστούν και πάλι. Τα λαϊκίστικα κόμματα συνεχίζουν να τάζουν παραδείσους και αναβίωση του παλιού καλού καιρού, παραγνωρίζοντας μια θεμελιώδη αρχή, ότι αυτοί που ζουν με το παρελθόν δεν έχουν κανένα μέλλον.
Και η τρίτη κατηγορία είναι αυτή των συνταξιούχων οι οποίοι είναι και οι μόνοι που δικαιούνται να ζουν με τις αναμνήσεις του παρελθόντος. Είναι κάτι σχεδόν νομοτελειακό για τους περισσότερους ηλικιωμένους. Ανάμεσά τους βέβαια και πολλοί που σταμάτησαν τον εργασιακό τους βίο με μισθό, για παράδειγμα, 1.000 ευρώ, αλλά η σύνταξη που έβγαλαν ήταν 1.500 ευρώ.
Ηταν τα ωραία χρόνια των… θαυμάτων. Ενώ οι νεότεροι συνταξιούχοι δεν πρόκαμαν και προσέκρουσαν στον νόμο Κατρούγκαλου…
Πηγή: protothema.gr
