Γράφει Φώφη Γιωτάκη
Όσο κι αν προσπαθήσει κάποιος να δει τα πράγματα βάζοντας προσωρινά στην άκρη τη «μεγάλη εικόνα» δύσκολα θα το καταφέρει και σίγουρα θα έχει κάνει ένα κορυφαίο αδικαιολόγητο λάθος
Στη διεθνή κοινότητα συμβαίνουν πλέον πολλά και «απρόβλεπτα» με ρυθμό ρουτίνας, η Ευρώπη επιχειρεί να φανεί έτοιμη για κάθε νέα κρίση και στη χώρα μας οι ίδιες «αβεβαιότητες» χτυπούν την πόρτα της, ενώ οι πολίτες απαιτούν πειστικές απαντήσεις για όλα αυτά που γίνονται και θέλουν να απομακρύνουν από την καθημερινότητά τους.
Το 2026 θα είναι αναμφίβολα μια κρίσιμη χρονιά για την εξέλιξη των πραγμάτων και στη χώρα μας- άλλωστε θα αποτελέσει την αφετηρία της τελικής ευθείας προς τις εκλογές, όπου οι πολίτες θα αποφασίσουν για την «επόμενη μέρα». Σε μονές ή διπλές κάλπες- ουδείς μπορεί να προεξοφλήσει από τώρα τι θα «γράψει» το 2027. Η σταθερότητα ήταν και παραμένει η συνθήκη που οι πολίτες αγκαλιάζουν όταν καλούνται να αποφασίσουν, αλλά η περιγραφή της δεν είναι πάντα ίδια κι ούτε παραπέμπει σε ένα και μοναδικό «δια ταύτα». Και αυτό το γνωρίζουν καλά τα κόμματα και οι υποψήφιοι βουλευτές που ζητούν κάθε φορά τη ψήφο των ψηφοφόρων σε κάθε εκλογική περιφέρεια. Από το Δεκέμβριο του 2024 μέχρι τον περασμένο η Νέα Δημοκρατία συνέχισε με μικρές αλλαγές στο χάρτη των δημοσκοπήσεων να «δίνει» ποσοστά γύρω στο 28%, δηλαδή σχεδόν «αγκυροβόλησε» στα ποσοστά των τελευταίων ευρωεκλογών, όπου έχασε περίπου 13 ποσοστιαίες μονάδες. Στις περισσότερες δημοσκοπήσεις και συγκεκριμένα στην εκτίμηση ψήφου κινείται από το 27% μέχρι το 30% (και κάτι)- δεν έχει υποστεί τεράστια φθορά παρά τα στοιχεία της έλλειψης αντίδρασης και αντανακλαστικών, της δυσκολίας να αντιμετωπίσει προβλήματα όπως αυτό της ακρίβειας ή να πείσει ότι διαθέτει μεταρρυθμιστική αποφασιστικότητα και ότι μπορεί να «σαρώνει» εμπόδια που ανησυχούν σε κάθε κρίσιμο πεδίο της ζωής τους, τους ψηφοφόρους της. Το «χαρτί» του στόχου περί αυτοδυναμίας ακούγεται ελάχιστα πειστικό και στους πλέον πιστούς ψηφοφόρους της, παρότι ηγεσία και στελέχη δεν το εγκαταλείπουν στις δημόσιες παρεμβάσεις τους. Το γεγονός ότι οι αγρότες έχουν κλείσει 40 μέρες στα μπλόκα, δεν το λες και κυβερνητική επιτυχία, καθώς αυτό σημαίνει ότι δεν αναζήτησε εγκαίρως και σίγουρα δεν ανακάλυψε τον ασφαλή δρόμο προς τον αναγκαίο διάλογο. Και δεν έπεισε τον πολύ κόσμο των αγροτικών περιοχών, ότι εκτός από τις επιδοτήσεις μπορεί να εγγυηθεί ότι το επάγγελμά τους θα δώσει προοπτική σε εκείνους και στα παιδιά τους και ότι δεν θα αναγκαστούν να ψάξουν «αύριο» ελπίδα στις ημιαστικές και αστικές περιοχές. Χρειάζεται ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο και ουσιαστική ενημέρωση για τις προτεραιότητές του. Χρειάζεται λοιπόν ουσιαστικός διάλογος που συνήθως αποδίδει σε ουδέτερο χρόνο, με τα κόμματα και τους άμεσα ενδιαφερόμενους να παίρνουν καθαρή θέση.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο νέος χρόνος φέρνει πολλές «στροφές» και δυσκολίες στην πόρτα της κυβερνητικής παράταξης και των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Η κυβερνητική παράταξη θα κληθεί, με βάση το διακηρυγμένο στόχο της αυτοδυναμίας, να παρουσιάσει έναν σαφώς καλύτερο «εαυτό» και δη στο πεδίο της καθημερινότητας, διότι δεν αρκεί η εκλογή του Κυριάκου Πιερρακάκη στην ηγεσία του Eurogroup για να ενισχύσει την εικόνα της. Και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα σημερινά και τα εκκολαπτόμενα θα κληθούν να κινηθούν με ανεβασμένες στροφές και ταυτόχρονα προς πολλές κατευθύνσεις για να προσελκύσουν διάφορα και διαφορετικά εκλογικά κοινά. Στο ευρύτερο χώρο της κεντροαριστεράς το ΠΑΣΟΚ θα κληθεί να δώσει πιο αποτελεσματική μάχη τόσο με την «ακούνητη βελόνα» όσο και με το πλάνο των εξελίξεων, που σηματοδοτεί η συζήτηση γύρω από το νέο κόμμα Τσίπρα και Καρυστιανού.
Όπως ο προηγούμενος, έτσι και ο φετινός χρόνος «υπόσχεται» σκληρές μάχες πριν από τον καθοριστικής σημασίας «μεγάλο τελικό» στις προσεχείς εθνικές εκλογές για την πρωτοκαθεδρία της κεντροαριστεράς. Το ΠΑΣΟΚ συνεχίζει να καταγράφει πτήσεις κάτω από το 14-15% στην εκτίμηση ψήφου στις περισσότερες δημοσκοπήσεις, η «Ιθάκη» δεν φαίνεται να προκαλεί επί τους παρόντος σοκ στα νερά της κεντροαριστερής λίμνης –τουλάχιστον στο βαθμό που ενδεχομένως ανέμενε ο Αλέξης Τσίπρας- ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Αριστερά παρακολουθούν τα βήματα του πρώην πρωθυπουργού και προσπαθούν να οργανώσουν τα δικά τους μέχρι νεωτέρας και οι κινήσεις της Μαρίας Καρυστιανού αρχίζουν να «πρωταγωνιστούν» στη δύσκολη εξίσωση, αφού ένα κόμμα με τη σφραγίδα της εκτιμάται ότι θα παίξει καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση του σκηνικού και της σειράς κατάταξης των κομμάτων της αντιπολίτευσης.
Από τη Χαριλάου Τρικούπη εξακολουθούν να δηλώνουν ότι θα είναι πολύ μικρή η «ζημιά» -κάτω από μία ποσοστιαία μονάδα- από την εμφάνιση των δύο νέων κομμάτων μέσα στο 2026. Με δεδομένη την «ακούνητη βελόνα» και την εδραίωση της άποψης στο εσωτερικό το σύνθημα για «νίκη έστω και με μία ψήφο» ουδεμία ρεαλιστική βάση συναντά εδώ και μήνες και η προσδοκώμενη στο ΠΑΣΟΚ δημοσκοπική εκτίναξη που έχει ήδη σκοντάψει σε ένα πλέγμα απροσπέλαστων διαδρομών, δύσκολα θα επιβεβαιωθεί. Τα στελέχη ψάχνουν χαραμάδες αισιοδοξίας σε μια αλλαγή πορείας μέσα από την αναμέτρηση των διαφορετικών «γραμμών» στο Συνέδριο, σπεύδοντας να επισημάνουν ότι το ΠΑΣΟΚ έχει ελάχιστα πλέον περιθώρια για να ανοιχτεί στον κεντροαριστερό κόσμο με πιο ελκυστικό «πρόσωπο» και «αφήγημα». Η παραδοχή που τους ανησυχεί έχει να κάνει με τη μικρή απήχηση της προσπάθειας που έχει γίνει στο προγραμματικό πεδίο, ενώ τα μηνύματα που λαμβάνουν, ειδικά αυτές τις μέρες των μετακινήσεων λόγω γιορτών, είναι ότι το ΠΑΣΟΚ έχει σαφώς καλύτερη δυναμική στην περιφέρεια, αλλά όχι αλώβητη, ούτε άτρωτη από τις νέες προκλήσεις στο άκρως ανταγωνιστικό περιβάλλον της κεντροαριστεράς. Στη δε Βόρεια Ελλάδα η σημαντική άνοδος στις δημοσκοπήσεις της Ελληνικής Λύσης που πλαγιοκοπεί δυνάμεις της ΝΔ, φαίνεται ότι επηρεάζει σε ένα βαθμό και το ΠΑΣΟΚ που στόχο έχει να κατακτήσει πρακτικά τη δεύτερη θέση.
Το μόνο σημάδι ανακούφισης για το ΠΑΣΟΚ είναι ότι το εκκολαπτόμενο κόμμα Τσίπρα δεν έρχεται με φόρα στην περιφέρεια- σε αντίθεση με αυτό της κυρίας Καρυστιανού, που αποκτά ενισχύσεις στο δίκτυό της. Στην Αθήνα και στα άλλα μεγάλα αστικά κέντρα έχει σημειώσει μικρή άνοδο σε σχέση με τα ποσοστά που κατέγραψε στις προηγούμενες εθνικές εκλογές αλλά …διατηρεί και σήμερα αποστάσεις από το δημοσκοπικό άλμα. Δεν πείθει ότι είναι ο εναλλακτικός πόλος διακυβέρνησης απέναντι στον Μητσοτάκη δεν βλέπει νέες σημαντικές εισροές και μένει πάνω- κάτω στα κυβικά τους. Ο Αλέξης Τσίπρας συνεχίζει στον περισσότερο ασφαλή δρόμο της παρουσίασης και όπως φαίνεται βάζει αποφεύγει επί του παρόντος τα «αποκαλυπτήρια» γύρω από τη δημιουργία κόμματος. Περιμένει να δει πρώτα τις επίσημες ανακοινώσεις από την κυρία Καρυστιανού και να σταθμίσει όλα τα δεδομένα; Εάν αυτό ισχύει, τότε δεν αποκλείεται να έχει καταλήξει ότι η κίνηση επιστροφής του δεν θα συνδεθεί απαραίτητα με ένα ορμητικό «ρεύμα» υποστηρικτών. Η κυρία Καρυστιανού από την άλλη επιταχύνει. Η διαγραφή Φαραντούρη από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα πρώτο σύμπτωμα. Ο ευρωβουλευτής καλωσόρισε την κάθοδο της κυρίας Καρυστιανού όσο και την μετεξέλιξη του Κινήμστος σε κόμμα, αλλά όπως υπογράμμισε και όχι τυχαία, δεν έσπευσε να προεξοφλήσει την ένταξή του σε κόμμα. Δηλαδή, δηλαδή; Τι είπε ο κ. Φαραντούρης; Είπε ότι κάτι τέτοιο, δηλαδή να προεξοφλούν την ένταξή τους στο εκκολαπτόμενο κόμμα Τσίπρα, το έχουν ήδη κάνει νυν βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Τι διαφορετικό λοιπόν έκανε ο μέχρι χθες ευρωβουλευτής τους από το να …κοιτάζει γύρω του;
Ο …ελέφαντας στο δωμάτιο δεν είναι το κόμμα Καρυστιανού ή όποιο άλλο νέο δημιουργηθεί. Είναι η αδυναμία των σημερινών κομμάτων της αντιπολίτευσης (και δη της αξιωματικής) να προσελκύσουν ευρύτερα κοινά διαμορφώνοντας ένα ελκυστικό και στιβαρό αφήγημα. Ακούνε λόγια, αλλά δεν μπορούν να διακρίνουν και πράξεις πίσω από αυτά. Δεν μπορούν να πειστούν ότι το σχέδιό τους θα τους εγγυηθεί προοπτική και προκοπή, σοβαρή βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου και δη των παιδιών τους. Και εκεί είναι το στοίχημα για όλους, στην κυβέρνηση και στην αντιπολίτευση.
Πηγή: protothema.gr
