Γράφει η Βίβιαν Ευθυμιοπούλου
Ας το δούμε επικοινωνιακά, πείτε το και «μπακαλίστικα», αν θέλετε: ποιος έχει συμφέρον να δείξει στην κοινή γνώμη πως κάνει ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατόν για την άψογη διεξαγωγή της δίκης για την τραγωδία των Τεμπών;
Η κυβέρνηση, ποιος άλλος.
Η κυβέρνηση είναι που έχει την απεγνωσμένη ανάγκη να διασκεδάσει τις εντυπώσεις για τα αμέτρητα λάθη που έκανε στο χειρισμό και αυτής της υπόθεσης, να καθησυχάσει την αγωνία των πολιτών για τη λειτουργία των θεσμών και της Δικαιοσύνης όπως αυτή καταγράφεται σε όλες τις δημοσκοπήσεις.
Κι όμως. Όταν έφτασε η ώρα της δίκης για ένα δυστύχημα που δεν θα συνέβαινε αν το Κράτος λειτουργούσε, αυτό το Κράτος, υπό την ίδια κυβέρνηση, απέτυχε ξανά, αυτή τη φορά στο να εξασφαλίσει τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις για την ομαλή διεξαγωγή της.
Χθες, μέχρι που είδαμε συγγενείς των θυμάτων αυτής της τραγωδίας, να κάθονται στα εδώλια των κατηγορουμένων λόγω έλλειψης χώρου.
Αναρωτιόμαστε: πώς σχολίασε το κυβερνητικό επιτελείο σήμερα, στον πρωινό καφέ, αυτές τις εικόνες;
Ο Πρωθυπουργός τα είδε αυτά τα αίσχη; Τι είπε στους συνεργάτες του; Ζήτησε το λόγο από αυτόν τον απίθανο τύπο που κουβάλησε στη Νέα Δημοκρατία και τον έκανε Υπουργό Δικαιοσύνης;
Μια κυβέρνηση που ασχολείται νυχθημερόν με την Επικοινωνία πως εξηγεί αυτό το φιάσκο που βασικώς ήταν προσβλητικό για τα θύματα, τους τραυματίες και τους συγγενείς τους, μια διάσταση που ανέπτυξε στο χθεσινό του άρθρο ο Μάνος Χωριανόπουλος, δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω.
Και τι ακριβώς είναι αυτό που διαβάζουμε στο ρεπορτάζ του Αλέξανδρου Λιτσαρδάκη; Δηλαδή, αυτό που είδαμε στις οθόνες μας κόστισε 1 εκατομμύριο ευρώ;
Ήταν γνωστό ότι οι παράγοντες αυτής της δίκης ειναι πολλοί.
Ήταν γνωστό ότι κατά την πρώτη δικάσιμο θα εμφανίζονταν όλοι μαζί και πλήθος Ελλήνων και ξένων δημοσιογράφων.
Ήταν γνωστό ότι κάποιοι θα αναζητούσαν και την παραμικρή ευκαιρία για «να ανεβάσουν επιθεώρηση», γνωριζόμαστε σε αυτή τη χώρα.
Ήταν γνωστό ότι κάποιοι θα επιχειρούσαν να εκμεταλλευτούν πολιτικά τη συνθήκη.
Ακριβώς γιατί όλα τα παραπάνω ήταν γνωστά ο Υπουργός Δικαιοσύνης δήλωνε πέρυσι τον Μάιο ότι «η αίθουσα της δίκης ήταν έτοιμη».
Μας έλεγε ψέματα.
Τι άλλο να υποθέσουμε από το ότι η προχειρότητα που χαρακτηρίζει αυτούς τους ανεκδιήγητους τύπους είναι η αιτία που προκάλεσε τα χθεσινά; Και αυτό είναι το καλό σενάριο.
Γιατί υπάρχει πάντα η περίπτωση να εφαρμόζουν τη στρατηγική της μπαχαλοποίησης. Όμως κι αυτή στρατηγική για ανεκδιήγητους είναι, όχι για κανονικούς πολιτικούς που θέλουν να κυβερνούν τη χώρα.
Το θέμα δεν προσφέρεται για συγγραφή «φιλιππικών» και «για ασκήσεις ύφους» από την πλευρά των σχολιαστών και των αρθρογράφων. Το ζητούμενο δεν είναι «να έχουμε να γράφουμε» όλοι εμείς που έχουμε το προνόμιο να δημοσιεύουμε τις απόψεις μας σε ειδησεογραφικά Μέσα.
Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Δεν βλέπουμε όλοι την πολιτική ζωή της χώρας ως αφορμή για παραγωγή περιεχομένου για τον Τύπο και τα σόσιαλ.
Εδώ μιλάμε για μια υπόθεση που εφάπτεται της ζωής όλων μας, μιλάμε για νεκρούς και τραυματίες, για οικογένειες που διαλύθηκαν από το πένθος και όσα ακολούθησαν πάλι με ευθύνη της κυβέρνησης.
Ζητάμε από την κυβέρνηση να λύσει το πρόβλημα και να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη διεξαγωγή της δίκης.
Ζητάμε από την κυβέρνηση να σοβαρευτεί έστω και τώρα και να σταματήσει να συμπεριφέρεται ως αντισυστημικός μπαχαλάκιας.
Και ένα λόγο για το δικαστήριο: Αν η πρόεδρος σηκωνόταν από τη θέση της και δήλωνε ότι αρνούνταν να ξεκινήσει τη διαδικασία υπό αυτές τις συνθήκες, θα είχε κερδίσει μια σημαντική μάχη για λογαριασμό ολόκληρης της ελληνικής Δικαιοσύνης και θα είχε βουλώσει και τα στόματα όσων αμφισβητούν το δικαστήριο.
Αλλά πάλι, αν συνέβαινε αυτό, αν η πρόεδρος του δικαστηρίου σήκωνε το ανάστημά της σε αυτό το αίσχος, θα ζούσαμε στη χώρα που ο καθένας σέβεται πρωτίστως τον εαυτό του. Κρίμα.
Πηγή: news247.gr
