Γράφει ο Μπάμπης Κούτρας
Το 2026 παρέλαβε πολλές εκκρεμότητες. Χαρτοφύλακες γεμάτους υποσχέσεις, μεταρρυθμίσεις που ξεκίνησαν αλλά δεν ολοκληρώθηκαν, συγκρούσεις που αναβλήθηκαν και αποφάσεις που κρίθηκαν «μη ώριμες»
Το πρόβλημα της νέας χρονιάς δεν είναι νέα μέτωπα που πιθανόν θα ανοίξουν. Είναι τα παλιά που έμειναν ανοιχτά, με πρόχειρες… επιδέσεις και επικοινωνιακή διαχείριση.
Το 2026 είναι προεκλογικό έτος, αλλά μπορεί να αποδειχθεί και εκλογικό. Και αυτό επηρεάζει τις αποφάσεις. Μεταρρυθμίσεις επιβραδύνονται, δύσκολες επιλογές μετατίθενται. Το πολιτικό σύστημα γίνεται πιο προσεκτικό ή μάλλον πιο φοβικό. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μάς έχει διαβεβαιώσει επανειλημμένα ότι δεν θα στηθούν πρόωρες κάλπες, αλλά κανείς δεν μπορεί να το αποκλείσει. Η ελληνική πολιτική εμπειρία διδάσκει ότι οι διαβεβαιώσεις ισχύουν μέχρι να πάψουν να… ισχύουν. Η αναζήτηση της καλύτερης πολιτικής συγκυρίας για την κυβέρνηση, το πιθανό ενδεχόμενο για δεύτερες ή και τρίτες εκλογές, τα ανοιχτά κοινωνικά μέτωπα, οι διεθνείς εξελίξεις, η ελληνική προεδρία της Ευρωπαϊκής Ενωσης το β’ εξάμηνο του 2027 και οι θεσμικές εκκρεμότητες καθιστούν το ενδεχόμενο εκλογών μέσα στο 2026 αρκετά πιθανό.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας εισέρχεται σε αυτή τη φάση με το πλεονέκτημα της εξουσίας, αλλά και με το βάρος των προσδοκιών που η ίδια καλλιέργησε. Η αντιπολίτευση, από την άλλη, παραμένει κατακερματισμένη. Το ΠΑΣΟΚ αναζητά σταθερά ρόλο εξουσίας χωρίς να έχει ξεκαθαρίσει το στρατηγικό του στίγμα, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ δύσκολα θα υπάρξει εκ νέου ως σοβαρός διεκδικητής ακόμη και της δεύτερης θέσης. Και η συζήτηση για νέα πολιτικά σχήματα, με τον Αλέξη Τσίπρα ή με πρόσωπα εκτός παραδοσιακής πολιτικής, όπως η Μαρία Καρυστιανού, δείχνει ότι το σύστημα δεν τους καλύπτει πλέον όλους.
Κομβικό σημείο αυτής της περιόδου παραμένει η συνταγματική αναθεώρηση. Οχι μόνο για τις διατάξεις που θα συζητηθούν, αλλά και για το πολιτικό της αποτύπωμα. Η πρώτη φάση της αναθεώρησης λειτουργεί ως τεστ συνεννόησης και ως πρόκριμα μετεκλογικών συνεργασιών. Αν και αυτή η προοπτική έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τη δημόσια συζήτηση, το θέμα είναι πάντα στο τραπέζι. Απλώς μετατίθεται σιωπηρά, καθώς κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης δεν θέλει να ανοίξει νωρίς έναν διάλογο που προϋποθέτει συμβιβασμούς.
Στην οικονομία, το 2026 παραλαμβάνει περισσότερα από το Ταμείο Ανάκαμψης. Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι αν θα απορροφηθούν τα κονδύλια, αυτό ούτως ή άλλως θα καταγραφεί, αλλά αν θα αφήσουν πίσω τους κάτι διατηρήσιμο. Η οικονομία αναπτύσσεται, αλλά με άνισους όρους. Η εξάρτηση από τον τουρισμό παραμένει. Η παραγωγική βάση δεν διευρύνθηκε όσο θα έπρεπε. Το δημόσιο χρέος εξυπηρετείται ευκολότερα με πρώιμες πληρωμές, αλλά δεν εξαφανίστηκε. Και η ανάπτυξη δεν διαχέεται ομοιόμορφα.
Η ακρίβεια αποτελεί το πιο απτό κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό πρόβλημα. Οχι επειδή δεν ελήφθησαν μέτρα, αλλά επειδή τα μέτρα ήταν κυρίως προσωρινά. Επιδόματα, ενισχύσεις, παρεμβάσεις πυρόσβεσης. Χρήσιμα μέτρα, αλλά όχι δομικά. Τρόφιμα, στέγη, ενέργεια συνεχίζουν να πιέζουν τα νοικοκυριά. Η κυβέρνηση μιλά για διεθνείς συνθήκες. Η αντιπολίτευση μιλά για κυβερνητική ανεπάρκεια. Η κοινωνία απλώς πληρώνει περισσότερα.
Στο πεδίο των θεσμών, η υπόθεση των Τεμπών δεσπόζει. Η δίκη που θα αρχίσει τον Μάρτιο δεν είναι απλώς μια δικαστική διαδικασία. Είναι κοινωνικό και πολιτικό γεγονός με απρόβλεπτη εξέλιξη. Θα κρίνει αν το κράτος μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη χωρίς σκιές και υπεκφυγές, αλλά και την ευστάθεια της κυβέρνησης. Αν αποτύχει, οι συνέπειες δεν θα είναι μόνο ηθικές. Θα είναι και πολιτικές, με αποτέλεσμα την απαξίωση, τη δυσπιστία, την ενίσχυση της αντισυστημικής ψήφου, προς μεγάλη χαρά της… Ζωής και των άλλων μικρών κομμάτων.
Ολα αυτά εξελίσσονται σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξανόμενης αβεβαιότητας. Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν αποτελεί απλώς μια αμερικανική ιδιαιτερότητα. Τη χρονιά που πέρασε απέδειξε ότι είναι περισσότερο παράγοντας ανατροπής, παρά παγκόσμιας σταθερότητας. Αμφισβήτηση συμμαχιών, γεωπολιτική ένταση, η Ευρώπη πιέζεται και η Ελλάδα, πάντα εκτεθειμένη στην εξ Ανατολών απειλή, δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στο αφήγημα της σταθερότητας. Ο ελληνοτουρκικός διάλογος γίνεται πιο σύνθετος όχι επειδή αλλάζει η Τουρκία, αλλά επειδή αλλάζει το διεθνές πλαίσιο. Οι αποφάσεις που δεν λαμβάνονται σήμερα μεταφέρονται στο αύριο χωρίς κανείς να μπορεί να προβλέψει αν είναι για καλό ή για κακό.
Ολα αυτά συγκλίνουν στο 2026, μέσα στο οποίο δεν θα κριθεί απλώς αν «πήγε καλά» η κυβέρνηση ή αν ανέβηκε η αντιπολίτευση. Θα κριθεί από το αν η χώρα είναι ικανή να αντέξει τις επόμενες κρίσεις χωρίς να ξανασυζητά τα αυτονόητα. Tελικά, το μεγαλύτερο ανοιχτό μέτωπο που παραλαμβάνει το 2026 δεν είναι το οικονομικό και το γεωπολιτικό. Είναι η αίσθηση ότι όλα γίνονται προσωρινά. Και καμία δημοκρατία δεν επιβιώνει όταν ζει μόνιμα σε μεταβατική περίοδο. Αυτή τη φορά θα ήταν χρήσιμο να μη μεταφερθούν τα προβλήματα στον επόμενο χρόνο.
Πηγή: protothema.gr
