Το Κέντρο, το σχέδιο της ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και ο Τσίπρας

Γράφει η Φώφη Γιωτάκη

Τόσο το 2019, όσο και το 2023 η Νέα Δημοκρατία κέρδισε με μεγάλη άνεση τις εκλογές, περιγράφοντας χωρίς αποκλίσεις από τον κεντρικό στόχο το σύνθημα περί αυτοδυναμίας
Δεν αμφιταλαντεύτηκε, άλλωστε και στις δύο περιπτώσεις προηγείτο σταθερά στα γκάλοπ και ο βασικός αντίπαλός της -ο ΣΥΡΙΖΑ- λειτουργούσε και απαντούσε με όρους στρατηγικής ήττας. Το ΠΑΣΟΚ άντεχε και περίμενε την επόμενη στροφή.

Η Νέα Δημοκρατία υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη προσέρχεται και αυτή τη φορά στις κάλπες – κινείται ήδη με προεκλογική ταχύτητα- με το σύνθημα που παραπέμπει στο φιλόδοξο στόχο για ένα αυτοδύναμο αποτέλεσμα. Έχει χάσει 13 ποσοστιαίες μονάδες από τις ευρωεκλογές και δημοσκοπικά γυρίζει γύρω από αυτό το αποτέλεσμα, αλλά το δεύτερο κόμμα ακολουθεί σε απόσταση περίπου 15 μονάδων, ανήμπορο να ψαλιδίσει έστω, αργά αλλά σταθερά αυτή τη διαφορά. Έτσι, η Νέα Δημοκρατία αξιοποιεί αυτό το συγκριτικό πλεονέκτημα και το «μεταφράζει» στη «γλώσσα» που κάθε φορά την ευνοεί για να προσεγγίσει τα διάφορα και διαφορετικά εκλογικά κοινά. Παρά τη σημαντική και αναμενόμενη φθορά, παρά την αδυναμία της μέχρι τώρα να αυξήσει αισθητά τα ποσοστά της πάνω από αυτά των ευρωεκλογών, διεκδικεί εκ νέου ένα αυτοδύναμο αποτέλεσμα, ανοίγοντας το παράθυρο και για δεύτερες κάλπες- θεωρώντας ότι η ασφυκτική πίεση που θα ασκήσει, μεταξύ πρώτου και δεύτερου γύρου, θα αποδειχθεί «θανατηφόρα» τουλάχιστον για το δεύτερο κόμμα.

Κανείς δεν πιστεύει – ούτε οι ίδιοι οι κυβερνητικοί παράγοντες- σε αυτήν την φάση ότι η Νέα Δημοκρατία μπορεί να κάνει ένα δημοσκοπικό άλμα από τον πρώτο γύρο και να κερδίσει άνετα μια τρίτη κυβερνητική θητεία, γνωρίζοντας ότι οι δυνάμεις της έχουν υποχωρήσει και έχουν υποστεί σαφή πλήγματα, ιδίως στην περιφέρεια. Ωστόσο το δίλημμα που ετοιμάζεται να θέσει η ηγεσία της είναι αυτό που μέχρι τώρα της εξασφάλιζε τη συνθήκη της κυριαρχίας στο πολιτικό σκηνικό. «Πιστεύουμε στις αυτοδύναμες κυβερνήσεις και θεωρούμε ότι υπηρετούν το συμφέρον του τόπου, ειδικά σε μία περίοδο μεγάλης αστάθειας. Οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις μπορούν να προκύψουν από αυτόν τον εκλογικό νόμο, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Αυτή είναι η ατζέντα με την οποία θα οδηγήσω τη Νέα Δημοκρατία στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση και αν ο λαός μάς υποδείξει ότι δεν θέλει αυτοδύναμη κυβέρνηση… δεν πρόκειται να πειράξω τους κανόνες του παιχνιδιού για να γίνει το δικό μου. Η αυτοδυναμία είναι εφικτός στόχος», είπε χαρακτηριστικά στην πρόσφατη συνέντευξή του στον ΣΚΑΙ ο κ. Μητσοτάκης συνδέοντας την αυτοδυναμία με την δυναμική επίλυσης των προβλημάτων σε μια περίοδο μεγάλης αστάθειας, στην Ευρώπη και στην παγκόσμια κοινότητα. Είναι το δίλημμα που «ζεσταίνει» και θα επιχειρήσει να κρατήσει «ζωντανό» από τώρα και μέχρι το τέλος της προεκλογικής περιόδου, κοιτάζοντας προς τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους του και «κυκλώνοντας» το κρίσιμο εκλογικό κοινό, που βρίσκεται στο χώρο του Κέντρου. Με απλά λόγια η ΝΔ επιλέγει την ασφυκτική πίεση προς τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης και ειδικά προς το ΠΑΣΟΚ (ενδεχομένως και προς το εκκολαπτόμενο κόμμα Τσίπρα), προκειμένου να αποσπάσει κομμάτι-κομμάτι το μεγαλύτερο μέρος από το παζλ του Κέντρου.

Το Κέντρο, σύμφωνα με τους δημοσκόπους, είναι περίπου ένα 15% του εκλογικού σώματος στη χώρα μας. Το ποσοστό δεν είναι ηγεμονικό, αλλά είναι καταλυτικό. Αυτοί που αυτοπροσδιορίζονται ως κεντρώοι, συνήθως ρίχνουν το βάρος τους υπέρ εκείνου που φαντάζει ως η καταλληλότερη επιλογή για την διακυβέρνηση της χώρας – και με την έννοια αυτή, ανεβάζουν και κατεβάζουν κυβερνήσεις. Δεν είναι εύκολο το στοίχημα για τους κάθε φορά άμεσα ενδιαφερόμενους, αλλά υπάρχει μια «συνταγή» που λέει ότι η διάθεση συναίνεσης για τα μείζονα κερδίζει τη μάχη. Η ίδια «συνταγή» δεν βγάζει πάντα το καλύτερο αποτέλεσμα, ειδικά αν οι ψηφοφόροι δείχνουν αποφασισμένοι να απομακρυνθούν οριστικά από την προηγούμενη επιλογή τους. Το ενδιαφέρον στοιχείο όμως στη σχετική ανάλυση είναι ότι κατά τις προεκλογικές περιόδους η δεξαμενή των αναποφάσιστων φουσκώνει από κόσμο και ξεφουσκώνει μόνο όταν φτάσει πάνω στην κάλπη. Γι’ αυτό ουδείς μπορεί να κινείται με αυτάρεσκες ή ξεπερασμένες από τα γεγονότα βεβαιότητες.

Η ΝΔ επιχειρεί λοιπόν να ασκήσει πίεση κυρίως στο ΠΑΣΟΚ, προκαλώντας το να πάρει καθαρή θέση και να δώσει πειστικές απαντήσεις ανοίγοντας στο χρόνο που θέλει –τώρα- το φάκελο της συνταγματικής αναθεώρησης, της επιστολικής ψήφου, του εθνικού απολυτηρίου και όποιον άλλο κρίνει ότι θα τη φέρει ένα βήμα μπροστά και πιο κοντά στις επιδιώξεις της. Στα δεξιά της έχει πολλούς ανταγωνιστές να ροκανίζουν δυνάμεις της- στο Κέντρο θεωρεί ότι το παιχνίδι είναι ανοιχτό και ότι μέσα στους επόμενους προεκλογικούς μήνες θα έχει κλείσει κάθε χαραμάδα, στην οποία θα στραφούν αναπόδραστα για να διεκδικήσουν ζωτικό χώρο τα άλλα κόμματα, όπως το ΠΑΣΟΚ.

Για το ΠΑΣΟΚ η μάχη θα είναι διπλή και η μέχρι τώρα εικόνα του δεν είναι η καλύτερη, αφού ακόμη και ένα σημαντικό τμήμα των κεντροαριστερών ψηφοφόρων δηλώνει στα γκάλοπ ότι δεν ασκεί με επιτυχία αντιπολίτευση. Η τελευταία φορά ήταν πέρσι το Νοέμβριο, όταν είδε δημοσκοπική εκτίναξη στο ύψος του 20% και άρχισε να φορά με σιγουριά το κοστούμι της πολλά υποσχόμενης αξιωματικής αντιπολίτευσης. Μπορεί τώρα να επαναλαμβάνουν ότι διεκδικούν στις εκλογές τη «νίκη έστω με μία ψήφο», αλλά η φράση τρεμοσβήνει άδοξα στα χείλη των υποστηρικτών της. Μπορεί η Χαριλάου Τρικούπη να κατέχει τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης (από τις απανωτές διασπάσεις του ΣΥΡΙΖΑ που «τρέχει» προςστην πόρτα του Αλέξη Τσίπρα) αλλά απέχει ουκ ολίγες μονάδες από το προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας. Μπορεί να είναι αυτή τη στιγμή στις περισσότερες δημοσκοπήσεις δεύτερο κόμμα, αλλά είναι αμφίβολο ότι μπορεί να παραμείνει στην ίδια σειρά κατάταξης στις προσεχείς εκλογές, εφόσον ανταγωνιστεί ανεπιτυχώς με το «βιβλίο» του πρώην πρωθυπουργού. Μπορεί να είναι ένα κόμμα με ιστορία αλλά φαίνεται ότι αδυνατεί τα γράψει επιτυχώς τα επόμενα τεύχη. Μπορεί να έχει, όπως πάντα πρόγραμμα, αλλά δυσκολεύεται να αποκτήσει ισχυρό πολιτικό αφήγημα και μια ηγετική ομάδα που να εμπνέει ευρύτερα κοινά. Μπορεί να ομνύει στην ενότητα αλλά να αποκλείει «επιδεικτικά» την ίδια ώρα από το πλάνο της κινήσεις που να επιβεβαιώνουν το προς αναζήτηση «δόγμα». Η ακούνητη βελόνα δείχνει το ΠΑΣΟΚ σε ποσοστά χαμηλών πτήσεων, ενώ ο Νίκος Ανδρουλάκης καταγράφει μονοψήφιο νούμερο στην καταλληλότητα για αρχηγός. Η όποια συζήτηση για το Συνέδριο ανοίγει και κλείνει χωρίς να φτάνει στην «ταμπακιέρα», ενώ επανεμφανίζονται τα σενάρια περί διαγραφών στελεχών με διαφορετική άποψη στη «λογική» ότι λειτουργούν ως υπονομευτές καβαλώντας το «όχημα» των προσωπικών τους φιλοδοξιών. Η αλήθεια είναι – πάντοτε συνέβαινε και συμβαίνει- ότι οι φιλοδοξίες δεν είναι μόνο συλλογικές είναι και προσωπικές και οι προσωπικές παραμερίζουν μόνο όταν οι συλλογικές έχουν ήδη φτάσει στον στόχο τους. Και στο ΠΑΣΟΚ δεν έχουν ακόμη καθαρογράψει τον στόχο. Θα έχουν μια ακόμη ευκαιρία στο Συνέδριο να πουν τα πράγματα με το όνομά τους και να λάβουν αποφάσεις που θα ενισχύσουν την στρατηγική τους στις εθνικές κάλπες. Δεν έχουν άπλετο χρόνο. Το κόμμα Τσίπρα επενδύει στο ίδιο εκλογικό κοινό και παρότι δεν φαίνεται επί του παρόντος ότι μπορεί να κόψει πολλά «εισιτήρια», θα δώσει τη μάχη για τη δεύτερη θέση, όπως και το ΠΑΣΟΚ.

Πηγή: protothema.gr

Back to top button
Our site uses cookies to improve your browsing experience and provide you with personalized content. By continuing to use our site, you agree to our cookie policy.