Μητσοτάκης, Ανδρουλάκης και Τσίπρας

Γράφει ο Πάνος Λουκάκος

Διερωτώμαι αν όλοι αυτοί που απαντούν στις διαδοχικές δημοσκοπήσεις τι θα ψηφίσουν γνωρίζουν έστω και στοιχειωδώς ποιο είναι το πρόγραμμα του κόμματος της αντιπολίτευσης που αποτελεί την επιλογή τους

Ποιο είναι το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ για την ακρίβεια, τη στέγη, την εξωτερική πολιτική, τις διεθνείς σχέσεις, τις ελληνοτουρκικές διαφορές, τους εξοπλισμούς;

Ποιο είναι το πρόγραμμα του Αλέξη Τσίπρα και του υπό ίδρυση κόμματός του πλην της -υπό την ηγεσία του- «ανασύστασης του προοδευτικού χώρου» και των νεφελωμάτων της «επιστροφής στη σταθερότητα και την κανονικότητα» ή του «νέου ηθικού και οικονομικού πατριωτισμού και του δημοκρατικού καπιταλισμού», που αποτελούν την κεντρική συνθηματολογία του;

Ποιο είναι το πρόγραμμα της Μαρίας Καρυστιανού και του υπό σύσταση κόμματός της πλην της πολιτικής εργαλειοποίησης της δίκης των Τεμπών, του δημοψηφίσματος περί του δικαιώματος των γυναικών στην έκτρωση, της παραπομπής του Μητσοτάκη σε δίκη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, της αποκατάστασης του κράτους δικαίου και της λειτουργίας της Δικαιοσύνης;
Ποιο είναι το πρόγραμμα της Ζωής Κωνσταντοπούλου πέραν της δημιουργίας θορύβου και επεισοδίων στις αίθουσες των δικαστηρίων, στα μέσα ενημέρωσης και στο Κοινοβούλιο;

Ποιο είναι το πρόγραμμα αυτού που απέμεινε από τον ΣΥΡΙΖΑ και των εντός και εκτός Βουλής αποκομμάτων του πέραν του άνευ περιεχομένου καταγγελτικού λόγου επί παντός επιστητού;

Ποιο είναι το πρόγραμμα του όχι και δασύτριχου Κυριάκου Βελόπουλου πέραν της πωλήσεως αλοιφών εναντίον της φαλάκρας και επιστολών του Ιησού, καθώς και των λοιπών κομματιδίων της Ακροδεξιάς, στα οποία μάλλον θα έρθει σύντομα να προστεθεί και η Μαρία Καρυστιανού;

Προφανώς και δεν υπάρχει απάντηση στα ερωτήματα αυτά. Ωστόσο, ένα ποσοστό της τάξης σχεδόν του 60% δηλώνει ότι θα ψηφίσει τα κόμματα αυτά. Αγνωστο γιατί, πώς και με ποιο σκεπτικό. Υπάρχει ωστόσο και μία άλλη σειρά απαντήσεων σε όλες τις δημοσκοπήσεις με το συγκεκριμένο ερώτημα: ποιον κρίνουν καταλληλότερο ως πρωθυπουργό. Στο ερώτημα αυτό ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκεντρώνει ποσοστά της τάξεως του 28% έως 30%, ενώ έπεται ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Νίκος Ανδρουλάκης με ποσοστά μόλις 6% και ο Αλέξης Τσίπρας με 7%. Και ενώ στις δημοσκοπήσεις η Νέα Δημοκρατία εμφανίζει ελαφρά κάμψη, προφανώς λόγω των πρόσφατων σκανδάλων, οι απώλειές της, της τάξης των περίπου 2 μονάδων, δεν προστίθενται στα κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά εντάσσονται κατευθείαν στον χώρο των αναποφάσιστων, κίνηση που δηλώνει μεν αποδοκιμασία και οργή, αλλά δεν αποτελεί και οριστική απομάκρυνση από τον χώρο της Κεντροδεξιάς. Την ίδια ώρα, δεν φαίνεται να αποδίδουν η εκστρατεία και οι ομιλίες του Αλέξη Τσίπρα ανά την Ελλάδα με την «Ιθάκη» του υπό μάλης, καθώς στα ακροατήρια είναι ισχνή η παρουσία μόνο εν στενή εννοία οπαδών του από τον πρώην ΣΥΡΙΖΑ, συχνά μάλιστα μεταφερόμενων από γειτονικού τόπου εις γειτονικόν τόπον. Αντίστοιχα, δεν δείχνουν να έχουν πλέον απήχηση για τον υπό σύσταση φορέα υπό την ηγεσία της Μαρίας Καρυστιανού ούτε οι κορόνες της περί αποκατάστασης του κράτους δικαίου, ούτε και οι συνεχείς επιθέσεις της εναντίον των πάσης βαθμίδος δικαστικών λειτουργών.

Τα δεδομένα αυτά καθιστούν σαφές ότι η κομματική νομιμοφροσύνη που είχαμε γνωρίσει στα χρόνια της Μεταπολίτευσης έχει πάψει προ πολλού να υπάρχει. Πλέον, δεν υπάρχουν φανατικοί οπαδοί της Νέας Δημοκρατίας ή του ΠΑΣΟΚ – τα περίφημα «μπλε» και «πράσινα» καφενεία στην περιφέρεια και οι μεγάλες συγκεντρώσεις στα αστικά κέντρα. Οι ψηφοφόροι κινούνται με μεγάλη ταχύτητα από το ένα κόμμα στο άλλο με βασικό κριτήριο τα πρόσωπα και όχι παρατάξεις ή συγκροτημένες ιδεολογικές και πολιτικές προτάσεις, που ούτως ή άλλως δεν υπάρχουν. Ετσι, το βασικό κριτήριο δεν είναι τι υποστηρίζει το κόμμα και ποια είναι η πολιτική του, αλλά το προφίλ του προσώπου που βρίσκεται στην ηγεσία του. Το κεντρικό ερώτημα δηλαδή είναι ποιος μπορεί να διαχειριστεί και να αξιοποιήσει καλύτερα μία ούτως ή άλλως οριοθετημένη από την Ευρωπαϊκή Ενωση κατεύθυνση στα βασικά σημεία της οικονομίας και της εξωτερικής πολιτικής. Με άλλους λόγους, το κριτήριο δεν είναι ποιο κόμμα, αλλά ποιο πρόσωπο μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα στη συγκεκριμένη εποχή και στις δεδομένες συνθήκες.

Στο πλαίσιο αυτό είναι σαφής η υπεροχή του Κυριάκου Μητσοτάκη έναντι όλων των αντιπάλων του, όπως την καταγράφουν άλλωστε και οι διαδοχικές σφυγμομετρήσεις στο ερώτημα περί κυβερνησιμότητας.

Ο ίδιος έχει επιδείξει αξιοσημείωτες επιτυχίες στον χειρισμό της πανδημίας, της τουρκικής υβριδικής επίθεσης στον Εβρο, της ελληνοτουρκικής κρίσης στο Αιγαίο, στα εξοπλιστικά προγράμματα, στις διεθνείς σχέσεις της Ελλάδας, σε επιμέρους θέματα της εξωτερικής πολιτικής. Και έχει εις βάρος του τα σκάνδαλα, την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, των Τεμπών και των παρακολουθήσεων.
Απέναντί του έχει από τη μία πλευρά τον μετρίων επιδόσεων και εμμονικό Νίκο Ανδρουλάκη και από την άλλη τον Αλέξη Τσίπρα, που τον καταδιώκει και θα τον καταδιώκει αμείλικτα το ανεκδιήγητο κυβερνητικό και αντιπολιτευτικό παρελθόν του, αλλά και τα πρόσφατα φληναφήματά του περί «νέου πατριωτισμού», «δημοκρατικού καπιταλισμού» και «ηθικών επαναστάσεων». Προφανώς, όλα αυτά θα αποδειχτούν καθοριστικοί παράγοντες όταν ανοίξουν οι κάλπες και όταν ξεκαθαρίσει το τοπίο, αφού καταμετρηθεί η αντισυστημική και τιμωρητική ψήφος και μετρηθούν οι υπόλοιποι, αυτοί δηλαδή που θέλουν να κυβερνηθεί ο τόπος.

Πηγή: protothema.gr

Back to top button
Our site uses cookies to improve your browsing experience and provide you with personalized content. By continuing to use our site, you agree to our cookie policy.