Γράφει ο Γιώργος Καρελιάς
Η πρωτοφανής τραγωδία στην Ηλιούπολη έχει δύο διαστάσεις. Την ουσιαστική, δηλαδή πώς και γιατί δύο 17χρονα κορίτσια οδηγήθηκαν σε αυτήν την τραγική κατάληξη. Και την ενημερωτική(μιντιακή-δημοσιογραφική), πτυχές της οποίας επαναφέρουν το ερώτημα «ενημέρωση ή σκέτο εμπόριο;», καθώς και την ευθύνη της Αστυνομίας γι’ αυτό.
Ας προσπαθήσουμε να τα ξεχωρίσουμε.
Πρώτον, για τις αιτίες της τραγωδίας προσπάθησα να ακούσω και να διαβάσω σχεδόν όλα όσα αναφέρθηκαν.
Επικεντρώνονται σε τρεις. Το «άγχος για τις Πανελλήνιες». Την «κατάθλιψη», που αναφέρεται στο σημείωμα, το οποίο άφησε το ένα κορίτσι. Και «στον κόσμο που έχουμε φτιάξει».
Δεν ξέρουμε αν οι αυτοκτονίες ή οι απόπειρες έχουν αυξηθεί ή μειωθεί στην Ελλάδα, σε σύγκριση με «πότε» και με το τι συμβαίνει σε άλλες χώρες(τα στατιστικά στοιχεία δεν είναι πολύ διαφωτιστικά), αλλά και οι τρεις αιτίες φαίνονται αδύναμες να εξηγήσουν αυτό που έγινε.
Η συζήτηση για τις εξετάσεις είναι… αρχαία και δεν προσφέρεται για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Κάθε διαγωνιστική διαδικασία δημιουργεί άγχος. Όμως, στο συγκεκριμένο τομέα(εισαγωγή στα πανεπιστήμια) δεν έχει εφευρεθεί καλύτερη και το ότι διαρκεί τουλάχιστον μισό αιώνα κάτι δείχνει.
Η δεύτερη (φερόμενη ως) αιτία, η κατάθλιψη, είναι αδύνατο να γίνει αντικείμενο δημόσιου προβληματισμού. Διότι ουδείς- πλην, ίσως, ελαχίστων του στενού περιβάλλοντος και κάποιος ενημερωμένος ειδικός- είναι σε θέση να γνωρίζει τι πραγματικά συνέβαινε.
Και η τρίτη «αιτία», δηλαδή «ο κόσμος που έχουμε φτιάξει για τα παιδιά μας», είναι μια συμπαθητική ατάκα, όπως όλα τα γενικόλογα συμπεράσματα, αλλά καθόλου επαρκής για να εξηγήσει αυτό το ακραίο περιστατικό που εκτυλίχτηκε στην Ηλιούπολη.
Χιλιάδες παιδιά ζουν με το άγχος των εξετάσεων, μπορεί να περνούν ένα είδος κατάθλιψης και να ανησυχούν για το επαγγελματικό τους μέλλον. Αυτά μπορεί να προσφέρονται για κάποιες διαπιστώσεις γενικού περιεχομένου, με περισσότερες ή λιγότερες κοινοτοπίες, αλλά μέχρι εκεί. Δεν μπορούν να δώσουν απάντηση στο βασανιστικό «γιατί;» και «γιατί έτσι;».
Αυτό, ίσως, μπορέσουν να το κάνουν ελάχιστοι ειδικοί που γνώριζαν(ή θα γνωρίσουν τώρα) από πολύ κοντά τα «πώς» και «γιατί» του γεγονότος. Και, ίσως, οι τραγικοί γονείς και κάποιοι άλλοι κοντινοί άνθρωποι.
Γι’ αυτό, λοιπόν, εμείς οι άλλοι καλό είναι να περιορίσουμε την επίδειξη «μαντικών» ή «αναλυτικών» ικανοτήτων. Και ας έχουμε ως οδηγό το αληθινό «δεν ξέρω». Λίγοι, είναι αλήθεια, παραδέχονται άγνοια στο δημόσιο λόγο, αλλά αυτή η τραγωδία δεν προσφέρεται για παντογνώστες. Το «δεν ξέρουμε», λοιπόν, αρκεί. Τελεία.
Η δεύτερη διάσταση της τραγωδίας είναι μεν δευτερεύουσα, αλλά όχι και ήσσονος σημασίας. Και έχει σχέση με ορισμένες πτυχές της δημοσιότητας που πήρε, οι οποίες δεν προσφέρουν τίποτα στην ενημέρωση και θέτουν ορισμένα ερωτήματα για την Αστυνομία.
Φυσικά, το γεγονός αυτό αποτελεί μεγάλη είδηση, που προβλήθηκε και αποτυπώθηκε παντού. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Υπάρχει, όμως, μια «λεπτομέρεια» που πρέπει να τη δούμε ξεχωριστά.
Πριν από το τραγικό περιστατικό, το ένα από τα δύο κορίτσια άφησε ένα σημείωμα προς τους γονείς του. Αυτό αποτελεί αναμφισβήτητα είδηση. Η οποία μεταδόθηκε- από τα περισσότερα μεγάλα μέσα ενημέρωσης, ευτυχώς- με το σωστό τρόπο: η ύπαρξη του σημειώματος και μια προσεκτική αναφορά σε αυτό που έλεγε.
Όμως, δυστυχώς, υπήρξαν και μέσα ενημέρωσης που έβαλαν στις οθόνες τους-τις τηλεοπτικές, των υπολογιστών και των τηλεφώνων- τη φωτοτυπία ολόκληρου του σημειώματος.
Στο σημείο αυτό χρειάζεται να γίνουν τρεις επισημάνσεις:
1. Σε κάθε πράξη αυτού του είδους, πέρα από το δημόσιο ενδιαφέρον, υπάρχει και η ιδιωτικότητα. Ο σεβασμός στα προσωπικά δεδομένα. Μιλάμε για 17χρονα παιδιά και όχι για πολιτικούς, επιχειρηματίες, δημοσιογράφους.
2. Αυτού του είδους η προβολή μπορεί να επιφέρει πρόσθετο πόνο και απελπισία στις οικογένειες και στους άλλους κοντινούς ανθρώπους των παιδιών αυτών.
3. Επιπλέον, αυτή η προβολή- το σημείωμα στις οθόνες- δεν γνωρίζουμε αν και πώς μπορεί να επηρεάσει άλλα παιδιά που θα το δουν.
Και στο σημείο αυτό, πέραν της προφανούς ευθύνης όσων επιλέγουν αυτήν τη μέθοδο προβολής, υπεισέρχεται η ευθύνη της Αστυνομίας και του πολιτικού προϊσταμένου της. Προφανώς, ο κ. Χρυσοχοίδης δεν έδωσε εντολή να δοθεί σε κάποιους δημοσιογράφους το σημείωμα του κοριτσιού (θέλουμε να το πιστεύουμε). Όμως, κάποιοι αστυνομικοί το έδωσαν. Ο αρχηγός της Αστυνομίας ή η εκπρόσωπος Τύπου πρέπει να εξηγήσουν το «γιατί».
Δεν αρκούσε η ενημέρωση ότι βρέθηκε σημείωμα και μια προσεκτική αναφορά σε αυτό που περιέχει; Γιατί έπρεπε φωτοτυπία του σημειώματος να «πλασαριστεί» σε δημοσιογράφους και ΜΜΕ, ώστε να προβληθεί ολόκληρο στις οθόνες; Για να μαζέψουν περισσότερα «κλικ» ορισμένες ιστοσελίδες και να κάνουν μεγαλύτερα νούμερα ορισμένες εκπομπές;
Πριν από τέσσερις δεκαετίες μια εφημερίδα έβαλε στην πρώτη σελίδα της το τεμαχισμένο σώμα μια 18χρονης κοπέλας(«υπόθεση Φραντζή»). Σήμερα, ευτυχώς, δεν φτάσαμε εκεί. Δημοσιεύθηκε μόνο το σημείωμα που άφησε η μια αυτόχειρας.
Και στη μία και στην άλλη περίπτωση αυτού του είδους η δημοσίευση δεν προσφέρει τίποτα στην ενημέρωση. Ο πολίτης δεν μαθαίνει τίποτα περισσότερο. Προσφέρει, όμως, στους εμπόρους της ενημέρωσης.
Και η μεγαλύτερη ευθύνη σήμερα είναι της Αστυνομίας, έστω αυτού ή αυτής που έδωσε τη φωτοτυπία του σημειώματος. Όμως, η Αστυνομία είναι δημόσια αρχή, που πρέπει να σέβεται την ιδιωτικότητα και τα προσωπικά δεδομένα των θυμάτων. Και δεν δικαιούται κανένα μέλος της να προσφέρει τέτοιες «εκδουλεύσεις», που οδηγούν σε ανίερο εμπόριο δημοσιότητας.
Επιτέλους, ας μπει ένα «φρένο», τουλάχιστον σε τόσο ακραία τραγικές υποθέσεις, πόσο μάλλον όταν τα θύματα είναι ανήλικα παιδιά.
ΥΓ: Προς την κατεύθυνση αυτή έκανε μια σωστή δήλωση ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Τα λέει σωστά και το επαγγελματικό μας σωματείο.
Πηγή: news247.gr
