Νοσταλγώντας τον δικομματισμό

Γράφει ο Παντελής Καψής

Θα μπορούσε να καταλογίσει κανείς πολλά στον δικομματισμό
Κατ´ αρχήν την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία της χώρας. Η Νέα Δημοκρατία φέρει την κύρια ευθύνη, η αποτυχία ωστόσο χρεώνεται και συνολικά στο πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης. Διαδοχικές κυβερνήσεις δεν κατάφεραν να εξυγιάνουν τα δημόσια οικονομικά, να καταπολεμήσουν το ρουσφέτι και τη διαφθορά και βέβαια να αντιμετωπίσουν τα διαρθρωτικά προβλήματα που καθήλωναν την οικονομία σε χαμηλούς ρυθμούς μιας ανάπτυξης η οποία έτσι κι αλλιώς δεν ήταν διατηρήσιμη.

Κι η σημερινή εικόνα όμως του κομματικού συστήματος απότοκος του δικομματισμού είναι. Η πολυδιάσπαση και η ανάδειξη κομμάτων που εκφράζουν μόνο τις ιδιορρυθμίες των ηγετών τους είναι το αποτέλεσμα της κατάρρευσης του δικομματισμού. Στηρίζονται στην οργή και την απογοήτευση των πολιτών τους οποίους ο δικομματισμός δεν μπόρεσε να προστατεύσει.

Με αυτά τα δεδομένα μοιάζει λίγο παράδοξο να νοσταλγεί κάποιος τον δικομματισμό. Από πολλές πλευρές ωστόσο σήμερα είμαστε σε χειρότερη κατάσταση από τα χρόνια προ κρίσης. Κι αυτό για τρεις τουλάχιστον λόγους.

Ο πρώτος είναι προφανώς η αβεβαιότητα για το τι θα προκύψει από τις εκλογές και ο κίνδυνος της αστάθειας. Με τις προβλέψεις του εκλογικού νόμου μάλιστα και καθώς το μπόνους δίνεται υπό όρους και τμηματικά, αν το πρώτο κόμμα έχει σχετικά χαμηλό ποσοστό, θα έχουμε την πιο παρδαλή Βουλή της μεταπολίτευσης. Για να σχηματιστεί κυβέρνηση ενδεχομένως να απαιτούνται αφύσικες και εκτρωματικές συμμαχίες. Οι «συριζανέλ», ο ιδεολογικός αχταρμάς της κυβέρνησης Τσίπρα Καμμένου, θα μας φαίνεται πλημμέλημα. Μπορεί να ψηφίζεις ΝΔ και να σου βγαίνει Λατινοπούλου ή να ψηφίζεις ΠΑΣΟΚ και να σου βγαίνει Τσίπρας με μια δόση Κωνσταντοπούλου, Βαρουφάκη ή Καρυστιανού.

Ο δεύτερος λόγος είναι η τοξικότητα. Θεωρητικά η απλή αναλογική οδηγεί στον πολυκομματισμό, και σπρώχνει τα κόμματα να τα βρουν μεταξύ τους. Στην πράξη και σίγουρα στη δική μας περίπτωση, συμβαίνει το αντίθετο. Ο ανταγωνισμός των κομμάτων τα σπρώχνει σε ακραίες θέσεις, μπαίνουν σε ένα φαύλο κύκλο για το ποιο θα εμφανιστεί πιο αδιάλλακτο! Η πολεμική μάλιστα, για πρώτη φορά σε τέτοιο βαθμό, έχει περιλάβει συνολικά τη θεσμική υπόσταση του κράτους και ιδιαίτερα τη δικαιοσύνη. Με αυτή την έννοια λειτουργεί υπονομευτικά για την ίδια τη Δημοκρατία. Το χειρότερο ίσως είναι ότι ο πολιτικός λόγος εξαντλείται σε τέτοιες ανούσιες αντιπαραθέσεις. Έχουμε μπροστά μας τεράστιες προκλήσεις το μόνο που συζητάμε όμως είναι το fuel pass και πώς θα μοιραστεί το πλεόνασμα. Γκρινιάζουμε επειδή είμαστε τελευταίοι στην Ευρώπη σε μισθούς και παραγωγικότητα. Είμαστε ωστόσο απολύτως ανέτοιμοι να κάνουμε τις αλλαγές και τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται. Μας αρκεί να σκάβουμε ο ένας τον λάκο του άλλου.

Ο τρίτος λόγος είναι ότι στην πραγματικότητα τα περισσότερα από τα νέα κόμματα το μόνο που υπηρετούν είναι οι προσωπικές φιλοδοξίες, οι επιδιώξεις ή τα απωθημένα των ηγετών τους. Τόσα αμιγώς προσωπικά κόμματα με εν δυνάμει κοινοβουλευτική παρουσία δεν είχαμε ποτέ ξανά στο παρελθόν. Η Καρυστιανού, ο Τσίπρας, ο Βελόπουλος, η Κωνσταντοπούλου, ο Βαρουφάκης, ο Νατσιός, η Λατινοπούλου αύριο πιθανώς και ο Σαμαράς, όλοι κινούνται πάνω ή στα όρια του 3%. Αυτό μόνο καταχρηστικά μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτικότητα. Στην πραγματικότητα είναι ο ευτελισμός της πολιτικής διαδικασίας. Οι συζητήσεις σε επίπεδο αρχηγών στην επόμενη Βουλή θα έχουν σίγουρα ένα ξεχωριστό χρώμα. Γρήγορα θα θέλουμε να τις ξεχάσουμε.

Εννοείται πως μια επιστροφή στον δικομματισμό, αν για παράδειγμα το ΠΑΣΟΚ μπορούσε να πλησιάσει τα ποσοστά της ΝΔ, σε τίποτα δεν εγγυάται ότι θα λύσει τα προβλήματα. Υπάρχουν δύο στοιχεία ωστόσο τα οποία θα λειτουργήσουν θετικά. Το πρώτο ότι σε συνθήκες δικομματισμού η τάση είναι τα κόμματα να συγκλίνουν προς το κέντρο. Οι παλαβομάρες που ακούμε σήμερα θα περάσουν εκεί που ανήκουν, στο περιθώριο. Και το δεύτερο ότι τα κόμματα εξουσίας αναπτύσσουν ένα επίπεδο τεχνοκρατικής επάρκειας και διαχειριστικής ικανότητας. Σε ομαλές συνθήκες αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αποστέωση των δομών, φαινόμενα διαφθοράς και αποξένωση από τον μέσο ψηφοφόρο. Σήμερα ωστόσο αποτελεί προϋπόθεση για να μην οδηγηθούμε ξανά σε ναυάγιο. Αυτό το «δεν έχουμε σχέση με την πολιτική» της Καρυστιανού ακούγεται ωραίο στα αυτιά ορισμένων, αποτελεί ωστόσο συνταγή αποτυχίας. Για τη χώρα θα ήταν καταστροφή.

Ο δικομματισμός δεν μπορεί να προκύψει βέβαια από νομοθετική διάταξη. Έχει μεγάλη σχέση ωστόσο με τον εκλογικό νόμο. Κι ίσως περισσότερο από το διάλογο για τη συνταγματική αναθεώρηση θα είχε σημασία να ξαναδούμε το εκλογικό σύστημα. Η επαναφορά του μπόνους στο πρώτο κόμμα όπως το προέβλεπαν όλοι σχεδόν οι προηγούμενοι νόμοι είτε του ΠΑΣΟΚ είτε της ΝΔ είναι το ένα ζήτημα. Το άλλο είναι το όριο του 3% το οποίο υποτίθεται ότι μπήκε για «εθνικούς» λόγους. Ενδεχομένως όμως να είναι πιο σημαντικό να αντιμετωπιστεί η πολυδιάσπαση με την αύξηση του. Η κυβέρνηση για την ώρα έχει αποκλείσει κάθε αλλαγή. Να ελπίσουμε πως δεν θα το μετανιώσουμε.

Πηγή: protothema.gr

Back to top button
Our site uses cookies to improve your browsing experience and provide you with personalized content. By continuing to use our site, you agree to our cookie policy.