Γράφει ο Παντελής Καψής
Μετά το 1981 και περισσότερο τη δεκαετία του 90 είχε επικρατήσει η αντίληψη ότι το ΠΑΣΟΚ ήταν το κατ εξοχήν κόμμα εξουσίας
Είχε διατυπωθεί μάλιστα και η ανάλογη «θεωρία» στα μέσα ενημέρωσης. Πήγαζε από το γεγονός ότι βρισκόταν στην κυβέρνηση, σχεδόν ανελλιπώς, για πάνω από μία εικοσαετία. Κι ήθελε να υπογραμμίσει το ότι περισσότερο ίσως από κάθε άλλο κόμμα, διέθετε στελέχη με γνώση και εμπειρία στη διαχείριση της χώρας. Σε τέτοιο βαθμό που ορισμένοι υποστήριζαν πως όποιος ενδιαφέρεται να κάνει καριέρα στα κοινά η φυσική επιλογή θα ήταν να μπει στο ΠΑΣΟΚ.
Προφανώς το επίτευγμα αυτό ήταν δίκοπο μαχαίρι. Κατ αρχήν γιατί προσέλκυε και πολλούς οι οποίοι είχαν, να το πούμε κομψά, πιο ιδιοτελή κίνητρα. Κυρίως όμως επειδή η πολύχρονη παραμονή στην κυβέρνηση αναπόφευκτα συνοδεύεται από φαινόμενα διαφθοράς και αλαζονικής συμπεριφοράς. Η εναλλαγή και η ανανέωση αποτελούν συστατικά στοιχεία μιας υγιούς δημόσιας ζωής.
Σήμερα όμως το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ είναι το ακριβώς αντίθετο. Εκτός από την εκλογική καθίζηση έχει υποστεί δύο διαδοχικές αφαιμάξεις στελεχών. Η πρώτη προς τον Σύριζα, κυρίως από πρόσωπα του κλίματος του Γιώργου Παπανδρέου. Και η δεύτερη η πιο πρόσφατη, προς τη Νέα Δημοκρατία κυρίως από εκσυγχρονιστικά στελέχη. Αναδείχθηκαν φυσικά νέα πρόσωπα. Με ελάχιστες εξαιρέσεις ωστόσο δεν έχουν το πολιτικό εκτόπισμα για να αντικαταστήσουν όσους έφυγαν. Σήμερα το ΠΑΣΟΚ δεν έχει κάποιον στη Βουλή για να αντιμετωπίσει, για παράδειγμα, επί ίσοις όροις τον Κυριάκο Πιερρακάκη στην οικονομία ή για να αναπτύξει, πέρα από την απλή συνθηματολογία, μια συνεκτική στρατηγική εξωτερικής πολιτικής. Για την προσπάθεια της αξιωματικής αντιπολίτευσης να αναδειχθεί σε εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, αυτό αποτελεί σοβαρό πρόβλημα. Το οποίο γίνεται ακόμα μεγαλύτερο από τις προφανείς αδυναμίες του Νίκου Ανδρουλάκη οι οποίες αντικατοπτρίζονται στα πολύ χαμηλά ποσοστά του ως προς την καταλληλότητα για πρωθυπουργός.
Η λύση φυσικά υπάρχει: να αξιοποιήσει την «παλιά φρουρά» αναθέτοντας συγκεκριμένους ρόλους στην πρώτη γραμμή. Αντί να ασχολούνται με την κίνηση τη βελόνας και να επιδίδονται σε γενικόλογες αναλύσεις δίκης δελφίνων, να σηκώνουν αυτοί το βάρος της αντιπαράθεσης σε συγκεκριμένους τομείς που θα αναλάβουν. Με προτεραιότητα φυσικά την οικονομία, την άμυνα και την εξωτερική πολιτική, τους τομείς δηλαδή όπου η κυβέρνηση έχει το μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα. Να δημιουργήσει ένα είδος σκιώδους κυβέρνησης με άλλα λόγια.
Πρόσωπα με το πολιτικό εκτόπισμα και το απαιτούμενο κύρος υπάρχουν. Άννα Διαμαντοπούλου, Γιάννης Μανιάτης, Φίλιππος Σαχινίδης, Κώστας Σκανδαλίδης. Παύλος Γερουλάνος είναι κάποια που πολύ πρόχειρα μπορεί να σκεφτεί κανείς. Αυτονοήτως πλαισιωμένα και από ορισμένους νεότερους οι οποίοι σήμερα αναλώνονται στα πρωινάδικα σε ανούσιους καυγάδες, αδικώντας και τους εαυτούς τους. Ξεχωριστή θέση θα έπρεπε να έχει και ο Βαγγέλης Βενιζέλος. Ο ίδιος έχει αφιερωθεί στη «μεταπολιτική» όπως λέει, δεν θα ήθελε κομματικό ρόλο. Η απουσία του από τη Βουλή ωστόσο φαίνεται και θα ήταν σημαντικό για το ΠΑΣΟΚ να τον έχει πρώτο στη λίστα επικρατείας. Κατά πάσα πιθανότητα δεν θα ήταν αρνητικός σε μια τέτοια πρόταση. Για τον ίδιο θα αποτελούσε καθυστερημένη αναγνώριση από το κόμμα που τον έδιωξε. Για το ΠΑΣΟΚ πάλι μόνο κέρδος θα ήταν, μια εγγύηση θεσμικής σοβαρότητας.
Στην πραγματικότητα ο μόνος προβληματικός σε μια τέτοια κατανομή θα ήταν ο Χάρης Δούκας. Αυτός έχει ρόλο και είναι ο μόνος ο οποίος ασκεί διοίκηση. Εξελέγη υποσχόμενος μια διαφορετική δημαρχία, ένα οραματικό σχέδιο για τη μεταμόρφωση της πόλης. Μίλησε για την Αθήνα των 15 λεπτών, τη μείωση της θερμοκρασίας, την κοινωνική κατοικία. Και δεν έχει κάνει το παραμικρό, όλα έχουν ξεχαστεί. Αποτελεί τη μεγαλύτερη διάψευση για το τι θα μπορούσε να είναι μια εναλλακτική προοδευτική πολιτική. Κι έχει αρκεστεί στο ρόλο ενός ντελάλη της αριστερής συνεργασίας, ο οποίος εμφανώς υπηρετεί προσωπικές φιλοδοξίες. Θα ήταν μεγάλο αβαντάζ για το ΠΑΣΟΚ να μπορούσε να πει ιδού, στην πράξη, τι συνεπάγεται η πολιτική μας για τους Αθηναίους. Το όραμα ωστόσο κόλλησε και το μόνο που έχει μείνει είναι το άνοιγμα της Βασιλίσσης Όλγας και η αιωνίως προβληματική αποκομιδή των σκουπιδιών.
Για τον Νίκο Ανδρουλάκη πάντως μια κατανομή ρόλων με τη συνεπαγόμενη αναβάθμιση των συγκεκριμένων στελεχών, καθόλου δεν θα μείωνε το δικό του προφίλ. Αντιθέτως θα έδειχνε κάποιον ο οποίος δεν έχει ανασφάλειες, ξέρει να διοικεί και να αξιοποιεί τους συνεργάτες του. Ακόμα περισσότερο θα αποτελούσε και μια ενδιαφέρουσα αντίθεση με το επωαζόμενο κόμμα Τσίπρα. Από τη μια μεριά ένα οργανωμένο κόμμα με βάθος δομή και προβεβλημένα στελέχη κι από την άλλη ένα αρχηγικό μόρφωμα όπου όλοι υποχρεώνονται να παρακολουθούν τον αρχηγό από τον εξώστη.
Πηγή: protothema.gr
